Στα έγγραφα της

αυστριακής αστυνομίας, που αναφέρονται στις ανακρίσεις του Ρήγα και των

συντρόφων του, κάνουν λόγο για «ένα είδος εταιρείας» στην οποία ανήκαν οι

ανακρινόμενοι, δεν παρέχουν όμως στοιχεία που θα επέτρεπαν να μιλήσουμε για τη

μορφή και την οργάνωση της εταιρείας αυτής. Κατά την άποψη ειδικών ερευνητών η

«Εταιρεία» του Ρήγα, αν ιδρύθηκε, δεν μπόρεσε να περάσει το στάδιο της

οργανωτικής προετοιμασίας.

Αντίθετα, έχουμε στοιχεία για την πρώτη επώνυμη μυστική οργάνωση των Ελλήνων

της Διασποράς, το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον», που ιδρύθηκε στο Παρίσι το

  1. Όπως προκύπτει, από την έως τώρα έρευνα, δεν είχε σκοπούς

επαναστατικούς. Στόχος της ήταν η πνευματική αναγέννηση του Ελληνισμού, που θα

οδηγούσε στην απολύτρωσή του από το σκότος της δουλείας και συνετέλεσε στη

σύσφιγξη των δεσμών των Ελλήνων, που βρίσκονταν στη Γαλλία και το έμβλημά της

ήταν δύο ενωμένα χέρια με τα αρχικά ΦΕΔΑ (Φιλίας Ελληνικής Δεσμός Άλυτος). Η

ίδρυσή της οφείλεται στην έμπνευση της Κυπρίας διανοουμένης Ελισάβετ

Λουμάκη-Chenier (μητέρας του ποιητή Andre Chenier) και μέλη της ήταν, μεταξύ

άλλων, ο Γρηγόριος Ζαλίκης, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Πέτρος Ομηρίδης-Σκυλίτσης,

ο Στέφανος Χατζημόσχος, ο Δημήτριος Κομνηνός, καθώς και διάσημοι Γάλλοι

φιλέλληνες, ανάμεσα στους οποίους ο Choiseul Gouffier, που είχε διατελέσει

πρεσβευτής της χώρας του στην Κωνσταντινούπολη. Το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον»

θεωρείται πρόδρομος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκαν αργότερα μέλη

του.

Εκτός από το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον», σχεδόν ταυτόχρονα με τη Φιλική

Εταιρεία ιδρύθηκαν η «Φιλόμουσος Εταιρεία» των Αθηνών (1813) και η «Φιλόμουσος

Εταιρεία» της Βιέννης, το 1814.

Σκοπός της «Φιλομούσου Εταιρείας» των Αθηνών ήταν «η καλλιέργεια και ο

φωτισμός του ελληνικού πνεύματος των νέων διά της σπουδής των επιστημών, η

έκδοσις χρήσιμων βιβλίων, η βοήθεια ενδεών μαθητών, αι ανακαλύψεις αρχαιοτήτων

κ.ά.». Έναν χρόνο αργότερα, στη Βιέννη, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι

σημαντικότερες πολιτικές και διπλωματικές προσωπικότητες της Ευρώπης, μετά την

παλινόρθωση των Βουρβώνων, ο Καποδίστριας, που συμμετείχε με την ιδιότητα του

συμβούλου του τσάρου της Ρωσίας, έθεσε τις βάσεις μιας νέας «Φιλομούσου

Εταιρείας», που θα εφάρμοζε πρόγραμμα «ουχί περί του παρελθόντος, αλλά περί

του παρόντος και του μέλλοντος» και θα παρεχόταν βοήθεια «εις τους πτωχούς

Έλληνας νέους τους διψώντας παιδείαν». Με ενέργειες του Καποδίστρια

δημιουργήθηκε στη διάρκεια του συνεδρίου αξιόλογο φιλελληνικό ρεύμα, γεγονός

που ανησύχησε τον Metternich, ο οποίος πίσω από τους εκπολιτιστικούς σκοπούς

έβλεπε την πρόθεση για την προετοιμασία ενός απελευθερωτικού κινήματος.

Η Φιλική Εταιρεία

H σφραγίδα της εταιρείας

Οι μορφωτικοί και γενικότερα οι κοινωνικοί σκοποί των Εταιρειών που

αναφέρθηκαν προηγουμένως, επέτρεπαν την ελεύθερη και ασυγκάλυπτη δράση, που

δεν ήταν δυνατή σε μία Εταιρεία, η οποία απέβλεπε αποκλειστικά στην εθνική

απελευθέρωση, και ιδιαιτέρως σε μια εποχή που οι διεθνείς συνθήκες δεν

ευνοούσαν απελευθερωτικά κινήματα. Όταν, τον Σεπτέμβριο του 1814, ιδρύθηκε

στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ

και τον Νικόλαο Σκουφά, τρεις αφανείς έως τότε εμπόρους της ελληνικής

Διασποράς, έμπαιναν τα θεμέλια ενός έργου, για την επιτυχία του οποίου οι

ιδρυτές της αποδείχθηκαν ικανοί, ενώ δεν είχε συμβεί το ίδιο με τις προσωπικές

τους υποθέσεις στον τομέα του εμπορίου και των επιχειρήσεων.

Δεν έχει αποδειχθεί οργανωτική σχέση της Φιλικής Εταιρείας με άλλες μυστικές

επαναστατικές «Εταιρείες» της εποχής, όπως π.χ. των καρμπονάρων. Είναι, όμως,

βέβαιο ότι για την οργάνωσή της οι τρεις φιλικοί έλαβαν υπόψη τους κανονισμούς

άλλων μυστικών εταιρειών. Χαρακτηριστική είναι μια πληροφορία που μας παρέχει

ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα «Απομνημονεύματά» του: «Μεταβάς ακολούθως εις Αγίαν

Μαύραν (Λευκάδα) ­ γράφει σε τρίτο πρόσωπο για τη δράση του ­ εισήχθη εις την

εταιρείαν των Ελευθέρων Κτίστων. Ων δε ιδεών ελευθέρων και πνέων πάντοτε μίσος

κατά της τουρκικής τυραννίας, συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι εδύνατο να

ενεργηθή μία μυστική εταιρεία κατά τους κανόνας ταύτης της των Ελευθέρων

Κτίστων, βάσιν έχουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις άλλα μέρη

ευρισκομένων διαφόρων καπιτάνων, αρματολών και άλλων επισήμων πάσης τάξεως

ομογενών διά να ενεργήσωσιν, ευκαιρίας δοθείσης, την απελευθέρωσιν της

πατρίδος».

Δεν είναι δυνατόν στη σύντομη αυτή επισκόπηση να αναφερθούν λεπτομέρειες από

τον Οργανισμό της Φιλικής Εταιρείας (από τη «Διδασκαλία» όπως ονομάζεται το

σύνολο της κατήχησης) ούτε η διαδικασία της μύησης, οι όρκοι των κατηχουμένων,

η ερμηνεία των «γνωστικών μέσων» όλων των βαθμών, που ήταν πέντε στην αρχή και

έγιναν αργότερα επτά. Θα μείνουμε στη δύσκολη πορεία των πρώτων χρόνων και στα

οργανωτικά προβλήματα που ανέκυψαν, όταν πλησίαζε η ώρα του ξεσηκωμού.

Η Ταυτότητα που έφεραν οι Φιλικοί

Η διστακτικότητα που παρατηρείται στις ενέργειές της ώς το 1817, πρέπει να

αποδοθεί και σε διαφορετικές απόψεις των ιδρυτών της, σχετικά με τον τρόπο που

έπρεπε να δράσουν. Το «κύρος», εξάλλου, και η «προϊστορία» των τριών

μικρεμπόρων δεν βοηθούσαν για την ανεπιφύλακτη ένταξη στην απελευθερωτική

οργάνωση. Ιδιαίτερα η εμπορική αποτυχία του Σκουφά επηρέασε αρνητικά πολλούς

από εκείνους, στους οποίους έγινε πρόταση για συμμετοχή στην Εταιρεία. Η

οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Αρτινός έμπορος προκαλούσε, κατά

τον ιστορικό της Επανάστασης Ιωάννη Φιλήμονα, «την καταφρόνησιν και τον

βάρβαρον χλευασμόν τινών» και ο ανιδιοτελής πρωτοπόρος και οραματιστής

«εθεωρείτο ως αγύρτης». Το γεγονός, εξάλλου, ότι οι τρεις ιδρυτές

αναγκάστηκαν, για λόγους άσχετους με τη λειτουργία της Φιλικής Εταιρείας, να

χωριστούν αμέσως μετά την ιδρυτική τους σύσκεψη για ένα διάστημα, μπορεί να

ερμηνεύσει επίσης την αδράνεια του πρώτου καιρού. Ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ

πήγαν στη Μόσχα για κατεπείγουσες προσωπικές υποθέσεις και λίγες ημέρες μετά

την αναχώρησή τους έφευγε και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη. Κατά τον

Ξάνθο, ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ έφυγαν από την Οδησσό τον Νοέμβριο του 1814,

αφού πρώτα ορκίστηκαν ότι «εις οιανδήποτε περίστασιν ευρεθώσι, να υποφέρωσι

όλα όσα εδύναντο δεινά, ένεκα τούτου, να τοις συμβώσι».

Στη Μόσχα, ο Σκουφάς πραγματοποίησε στις 13 Δεκεμβρίου 1814 τη μύηση του

Γεωργίου Σέκερη, που αποδείχθηκε σημαντική, επειδή συνέδεσε τη Φιλική Εταιρεία

με την ευκατάστατη και σεβαστή στους εμπορικούς κύκλους οικογένειά του. Έως το

1816, όμως, είχαν μυηθεί μόνον 20, που το 1818 έφθασαν στους 42. Ανάμεσα στους

πρώτους αυτούς ήταν ο Φιλιππουπολίτης μεγαλέμπορος Αντώνιος Κομιζόπουλος, ο

Αθανάσιος Σέκερης, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο Άνθιμος Γαζής, ο

εξηντάχρονος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Φιραρής, «πρώην αυθέντης Μολδαβίας»,

ο Θεόδωρος Νέγρης, ο Αναγνωσταράς, ο Παπαφλέσσας, ο Βιάρος Καποδίστριας. Μετά

το 1818 άρχισαν αθρόες μυήσεις, δεν γνωρίζουμε όμως τον αριθμό του συνόλου των

μυημένων στη Φιλική Εταιρεία. Από κατάλογο 1.027 Φιλικών που δημοσίευσε ο

Ιωάννης Φιλήμων, προκύπτει, σύμφωνα με μελέτη του ιστορικού Γ. Φράγκου, ότι οι

περισσότεροι, το 53,7% ήταν έμποροι της Διασποράς και ακολουθούσαν οι

ελεύθεροι επαγγελματίες (δάσκαλοι, γιατροί, γραμματείς κ.ά.) 13,1%, οι

πρόκριτοι 11,7%, οι κληρικοί όλων των βαθμών 9,5% και άλλες κατηγορίες 9%.

Παρά τον θάνατο του Σκουφά, το 1818 η Εταιρεία άρχισε να δραστηριοποιείται και

το φθινόπωρο του χρόνου αυτού αποφασίσθηκε η ανάθεση της ηγεσίας της στον

Ιωάννη Καποδίστρια. Χρειάστηκαν, όμως, δεκαπέντε μήνες οργανωτικών και άλλων

προετοιμασιών, για να πραγματοποιήσει ο Ξάνθος τη συνάντηση αυτή. Οι μυστικές

συναντήσεις των δύο ανδρών, τον Ιανουάριο του 1820, δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο

Ξάνθος στα «Απομνημονεύματά» του αναφέρεται συνοπτικά στο γεγονός αυτό. Τόνισε

στον Καποδίστρια ότι «οι Έλληνες ζητούν αυτόν να διευθύνη ως αρχηγός την

κίνησιν του έθνους απ’ ευθείας ή διά σχεδίου τινός καταλλήλου, ειδοποιών τους

επισημότερους των ομογενών εκ των κατηχηθέντων περί του καταλληλοτέρου τρόπου

της ενάρξεως του πολέμου. Αλλ’ ο Καποδίστριας δεν εδέχθη λέγων ότι υπουργός ων

του τσάρου δεν εδύνατο». Και συνεχίζει ο Ξάνθος ότι ο Καποδίστριας τέλειωσε

την άποψή του λέγοντας: «Αν οι αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα προς κατόρθωσιν του

σκοπού των, ας τα μεταχειρισθώσι και ηύχετο να τους βοηθήση ο Θεός».

Η άρνηση του Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία μιας απελευθερωτικής κίνησης,

οφειλόταν στη γνώση των διεθνών συνθηκών της εποχής και, όπως έχει τονισθεί

από νεώτερους ερευνητές, η θέση του απέναντι στην πρόταση του Ξάνθου ήταν

αποτέλεσμα συνετής πολιτικής, αν λάβουμε υπόψη κείμενά του, που αποκαλύπτουν

τον βαθύτατο πατριωτισμό του.

Την αποστολή του Ξάνθου στη Ρωσία παρακολουθούσαν με αγωνία τα ηγετικά μέλη

της Εταιρείας, όπως συνάγεται από τη δημοσιευμένη αλληλογραφία του Παναγιώτη

Σέκερη. Η ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, στις

12 Απριλίου 1820, αποτελεί τον τελευταίο σταθμό της προετοιμασίας. Από εκεί

και μετά, αρχίζει πράγματι η μεγάλη ελληνική Επανάσταση του 1821.

 

Πηγή

ΤΑ ΝΕΑ

Σφυρόερας Βασίλης