Jimi Hendrix και Μανώλης Χιώτης. Μανώλης Χιώτης και Jimi Hendrix. Δυο ιερά τέρατα της παγκόσμιας μουσικής. Ο καθένας στο δικό του είδος, προερχόμενοι από τελείως διαφορετικούς δρόμους άφησαν το στίγμα τους στο χρόνο και διαχρονικά συγκαταλέγονται στις καλύτερες πένες παγκοσμίως. Ο θρύλος θέλει κάποτε οι δυο αυτοί βιρτουόζοι να συναντήθηκαν κάπου στην Αμερική. Η συνάντηση αυτή καταγράφηκε σαν μια από τις πιο ιστορικές στα μουσικά χρονικά.

Γεννημένος στο Σιάτλ το 1942, ο Hendrix μεγαλώνει με τη γιαγιά του καθώς οι γονείς του είχαν χωρίσει. Στα δεκατέσσερά του, βρίσκει στα σκουπίδια πεταμένη μια κιθάρα με μία μόνο χορδή. Αγαπούσε τη μουσική και αυτό το εύρημα στον κάδο των σκουπιδιών ήταν η αφορμή να ασχοληθεί και να μάθει αυτοδίδακτα να παίζει κιθάρα. Λάτρευε την μπλουζ και είχε τον Elvis αλλά και τον Little Richard σαν πρότυπα. Δύο χρόνια αργότερα, βλέποντας τη μανία του για τη μουσική, ο πατέρας του αποφασίζει να του αγοράσει μια καινούρια κιθάρα και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Μόλις στα δεκαέξι του, συμμετέχει ως κιθαρίστας σε πολλές τοπικές μπάντες και το ταλέντο του αρχίζει και γίνεται γνωστό, μέχρι που έρχεται η δεκαετία εκείνη του ’60 και γίνεται ο διάσημος κιθαρίστας Jimi Hendrix.

Περίπου είκοσι χρόνια πριν και κάποιες χιλιάδες μίλια μακριά, συγκεκριμένα το 1920 κάπου στη Θεσσαλονίκη και με καταγωγή από το Ναύπλιο, γεννιόταν ο Μανώλης Χιώτης. Γόνος εύπορης οικογένειας, η ενασχόλησή του με τη μουσική δεν ήταν δύσκολη όπως του Hendrix. Ταυτόχρονα με τη φοίτησή του στο σχολείο έπαιρνε μαθήματα μπουζουκιού και κιθάρας από τον μουσικοδιδάσκαλο Γεώργιο Λώλο. Λάτρης και αυτός της μουσικής, έδειξε από νωρίς το ταλέντο του και από τα δεκαπέντε του, έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές του Ναυπλίου όπου επέστρεψε το 1935 με την οικογένειά του. Ήδη στα δεκαέξι του και με τη συμβολή του Στράτου Παγιουμτζή υπογράφει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρία Columbia.

Οι βίοι των δυο αυτών μουσικών παρ’ όλες τις διαφοροποιήσεις και τους διαφορετικούς δρόμους που έπρεπε να βαδίσουν για να φτάσουν στο απόγειο της δόξας τους, είχαν πολλά κοινά σημεία. Σχεδόν συνομήλικοι ήταν όταν αναγνωρίστηκε το ταλέντο τους. Και οι δυο καινοτόμησαν, ο καθένας στο είδος του. Ο Hendrix καθιερώθηκε ως ο πρώτος αριστερόχειρας που έπαιξε δεξιόχειρη κιθάρα, ενώ ο Χιώτης ήταν αυτός που εισήγαγε την τέταρτη διπλή χορδή στο μπουζούκι, αλλά και το λαϊκό αυτό όργανο στα σαλόνια της τότε αριστοκρατίας. Και κάπου εκεί, το 1965 οι Μούσες θέλησαν οι δυο αυτοί μουσικοί να συναντηθούν.

Ο Χιώτης με το μουσικό του σχήμα επισκεπτόταν συχνά την Αμερική, είτε για εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές για τους Έλληνες της ομογένειας είτε ως καλεσμένος μεγάλων προσωπικοτήτων.  Τη χρονιά εκείνη έπαιζε σε κάποιο μαγαζί στο Σικάγο. Λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν η σκηνή που εμφανιζόταν ο Hendrix. Άκουγε τον ήχο του μπουζουκιού και του είχε κάνει εντύπωση ο ήχος του, άγνωστου σχεδόν μέχρι τότε, συγκεκριμένου μουσικού οργάνου. Αυτό όμως που πραγματικά τον συνεπήρε ήταν η ταχύτητα με την οποία ο Χιώτης έσπαζε τα δάχτυλά του επάνω στα τάστα του μπουζουκιού του. Έτσι μια βραδιά ο Hendrix αποφάσισε να ακούσει από κοντά τον Έλληνα μουσικό. Και όσο ήταν στην Αμερική τον άκουγε ξανά και ξανά. Του εξέφρασε τον θαυμασμό του, μέχρι που αναπτύχθηκε μια ειλικρινής και αμοιβαία μουσική φιλία ανάμεσα στους δυο. Λίγο καιρό μετά ο Hendrix δήλωνε στα ΜΜΕ πως «ο Μανώλης Χιώτης παίζει κιθάρα καλύτερα από εμένα».

Ωστόσο ακόμη και σήμερα, υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν το κατά πόσο η συνάντηση και η γνωριμία του Hendrix με τον Χιώτη ήταν ένα πραγματικό γεγονός. Βασικό επιχείρημα όσων αμφισβητούν την ιστορία αυτή είναι οι ημερομηνίες της καταγραφής των γεγονότων. Για κάποιους το 1965 ο Hendrix δεν ήταν ακόμα διάσημος. Η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται ένα χρόνο μετά και συγκεκριμένα το 1966 όταν και πήγε στην Αγγλία από όπου και επιστρέφει στην Αμερική το καλοκαίρι του 1967. Επομένως η συνάντηση των δύο θα πρέπει να έγινε, αν έγινε, μεταξύ του καλοκαιριού του 1967 και των αρχών του 1968 όπου ο Χιώτης επέστρεψε στην Ελλάδα. Άλλωστε οι μόνες μαρτυρίες που υπάρχουν για τη συνάντηση αυτή, είναι εκείνες της Μαίρης Λίντα η οποία όμως είχε επιστρέψει στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1967, μιας και τα προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού είχαν αρχίσει να διογκώνονται.

Αν αυτή η συνάντηση ήταν ένας μύθος, γιατί άραγε αυτός να επινοήθηκε; Ήταν απαραίτητος ώστε να γίνει διεθνώς γνωστό το όνομα του Μανώλη Χιώτη; Είχε όντως ανάγκη την αναγνώριση ενός ομολογουμένως μεγάλου κιθαρίστα όπως του Jimi Hendrix, που όμως ακόμα δεν ήταν ο περίφημος Jimi Hendrix που όλοι ξέρουμε; Την αλήθεια του, ας την επιλέξει ο καθένας. Αλλά όπως είχε πει ο Tony Wilson, ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρίας Factory Records «Μεταξύ του μύθου και της πραγματικότητας, επέλεξε το μύθο και τη μαγεία που κρύβει».