Το τραγούδι αυτό σου δίνει την αίσθηση ότι ηχογραφήθηκε με μια ανάσα από την Τάνια Τσανακλίδου. Αυτή η σκέψη δεν είναι μακριά απ’ την αλήθεια. Το 1986 πεθαίνει η μητέρα της. Δε θέλει να βγαίνει, να τρώει. Περνάει δύσκολα. Απομονώνεται. Λίγους μήνες αργότερα, τον επόμενο χρόνο πια, ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου, συνήθεις ύποπτοι πίσω απ’ αυτές τις συγκλονιστικές μελωδίες, την καλούν στην παράσταση της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και της Αλκήστιδος Πρωτοψάλτη. Δέχεται, πηγαίνει. Συζητούν και της ζητούν να κάνουν κάτι μαζί, οι τρεις τους. Η Τάνια αρνείται, δε θέλει τίποτα, δεν την ενδιαφέρει καθόλου. Λέει όμως κάτι: «Παιδιά, δε θέλω δίσκο. Τίποτα δε θέλω. Το μόνο που θα είχε νόημα για μένα θα ήταν ένα τραγούδι που θα έλεγα στη μάνα μου ό,τι δεν πρόλαβα να της πω».

Έτσι φθάσαμε να ακούμε σήμερα αυτό το τραγούδι, με αυτόν τον περιεκτικό στίχο, με αυτήν την ευαίσθητα δυναμική ερμηνεία να μας κάνει να δακρύζουμε. Είτε είναι στο διπλανό δωμάτιο, είτε σε άλλη πόλη, άλλη χώρα, ήπειρο, είτε δεν είναι κοντά σου πια, λυγίζεις. Πεινάς, φοβάσαι, γερνάς και χρειάζεσαι να της μιλήσεις. Να απλώσεις τα χέρια σου, να προσφέρεις χρόνο, φροντίδα, προσοχή, λουλούδια, ανυπόμονα «έρχομαι» και κατσουφιασμένα «φεύγω». Λίγες μέρες μετά, ο Σταμάτης της λέει: «Σου έχει γράψει ένα τραγούδι η Λίνα, που δε θα το πιστεύεις». Δίνουν ραντεβού, μπαίνουν στο στούντιο. Είναι οι τρεις τους, ψάχνουν τόνο και αρχίζει. Ο υπόλοιπος δίσκος ήταν έτοιμος, είχε μείνει αυτό το τραγούδι. Απέφευγε να το προβάρει, δεν το άντεχε. Αυτήν την πρώτη φορά που μπήκε στο στούντιο και λέξη-λέξη κατέθετε την ιστορία της, ήταν και η μοναδική πρόβα που μπήκε στο δίσκο, αφού δεν έγινε άλλη. «Κάποια στιγμή έψαχνα να τους βρω, αλλά είχαν εξαφανιστεί όλοι. Η Λίνα έκανε ότι διάβαζε εφημερίδα. Όλοι μέσα στο στούντιο έκλαιγαν.»

Οι λέξεις, η φωνή, η μελωδία και η παρουσία της μαμάς, με όσα εκείνη καταφέρνει μοναδικά. Σου λέει τι ακριβώς να κάνεις κι όμως δεν πετυχαίνει. Η μαμά πάντα έχει τη λύση, ακόμα και για προβλήματα που δεν εκφράζεις ποτέ. Το πλυντήριό της καθαρίζει πιο σωστά από όλα τα πλυντήρια. Το ψυγείο της μαμάς δε θα είναι ποτέ άδειο κι αν δεν είναι τόσο γεμάτο θα έχει τα σωστά πράγματα, που μπορούν να συνδυαστούν και να βγάλουν ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα, που μόνο εκείνη βέβαια μπορεί να σκεφτεί και να πετύχει. Το σπίτι της μοιάζει πάντα σαν να σε περιμένει να χτυπήσεις το κουδούνι. Τα χέρια της ποτέ άδεια, αλλά πάντα ανοιχτά, όσο άδικα κι αν της φερθείς. Όσες φορές κι αν την ξεχάσεις ή την αναβάλλεις. Το ίδιο χαμόγελο θα σε περιμένει πίσω απ’ την πόρτα, τα ίδια βουρκωμένα χαμογελαστά μάτια.

Η μαμά χαίρεται όταν της πας λουλούδια, αλλά δε θα ζητήσει ποτέ. Χαίρεται το ίδιο, μα ίσως και περισσότερο, όταν είσαι σε ηλικία που λες πολλές παραπάνω λέξεις, ακόμα κι απ’ τις δικές της κι όμως θα στολίσεις το ήδη γεμάτο μπαλκόνι της με λίγη πρασινάδα. Φροντίζει με την ίδια προθυμία και τα φυτά της και τα καταφέρνει πάντα. Ανησυχεί, αγχώνεται, φοβάται κι εκείνη σαν εσένα όσο χρονών και να φτάσεις. «Το παιδάκι της» όσο έχει εκείνη, τη χρειάζεται. Μετά μεγαλώνει απότομα, άχαρα, βίαια, σκληρά. Οφείλει να μεγαλώσει και να πατήσει πάνω σε όσα έμαθε από τη μαμά. Γιατί να της πεις όσα θες λίγο πριν φύγει, τόσες ευκαιρίες είχες.

Εκείνη ανησυχεί και συνήθως για τα σωστά πράγματα. Αυτό είναι το κουσούρι ή το προνόμιό της τελικά; Αναγνωρίζει τα σημάδια και προβλεπει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Σε προειδοποιεί, της φωνάζεις, σε συμβουλεύει, «άσε μας ρε μάνα τώρα», σε βοηθάει, αλλά εσύ ξέρεις καλύτερα και τρέμεις μην τυχόν και βγει αληθινή, αφού στο ‘χε πει. Πώς θα την κοιτάξεις στα μάτια μετά; Θα βρει εκείνη τον τρόπο, μην ανησυχείς. Θα ρωτάει, για όσα μπορεί, για όσα της επιτρέπεις, για όσο την ακούς, εκείνη θα ρωτάει και θα νοιάζεται. Απ’ την πρώτη σου ανάσα, μέχρι την τελευταία δική της, θα ανησυχεί και θα ρωτά, θα ρωτά και θα ανησυχεί. Θα σε προστατεύει με κάθε τρόπο, θα είναι δίπλα σου κι ας μην τη βλέπεις, θα σε τραβά από το πάτωμα όσο κι αν αντισταθείς.

Κάποιες φορές ίσως δεν προλαβαίνεις, κάποιες φορές ίσως η παρουσία της γίνεται δεδομένη, σαν την αγάπη που της έχεις που δεν τολμάς να της το πεις. Τι φοβάσαι άραγε; Ξεχνάς να ρωτήσεις «εσύ πώς είσαι, χρειάζεσαι κάτι, θέλεις βοήθεια;» Ξεχνάς πως εκείνη δε θα ζητήσει κάτι, προτιμά να βοηθά, να φροντίζει, να αγαπά, να το δείχνει, μέσα απ’ αυτό γεμίζει κι αντέχει λίγο ακόμη. Εσύ της μιλάς απότομα, ότι δεν έχει λόγο να ανησυχεί και γι’ αυτό, αλλά τρέμεις μην τυχόν κι επιβεβαιωθεί ο φόβος της. Τι βαριά ήττα Θεέ μου!

Η μαμά κάνει πίσω για σένα, για όσες φορές χρειαστεί, για όσο χρόνο το χρειάζεσαι, για πάντα ίσως- κι εσύ; Κι εσύ πώς να της τα γυρίσεις όλα αυτά πίσω; Πώς να την ανταμείψεις για όσα πολύτιμα σου έδωσε, για όσα στερήθηκε εκείνη για να χαρείς εσύ; Να την ευχαριστήσεις για τον καιρό που δεν ήξερε κι έμαθε μαζί σου; Μεγαλώνεις, μοιάζετε. Μοιραίο. Ευχάριστα αναπόφευκτο. Μεγαλώνετε μαζί και δεν ξέρεις πώς να τη φροντίσεις. Θέλεις να φύγεις, να ανοίξεις τα φτερά σου και μόλις φύγεις, θες να γυρνάς εκεί, στο ασφαλές καταφύγιο. Το «έλα» και το «αντίο» της μαμάς. Η προσμονή ώσπου να τη δεις, η λαχτάρα να νιώσεις αυτήν τη σιγουριά που δεν κινδυνεύει από τίποτα, που δεν υπάρχει πουθενά αλλού όσο κι αν έψαξες. Η περιέργεια της φυγής, πώς θα ‘ναι τώρα χωρίς τη μαμά; Τα καταφέρνω, θα μπορέσω όμως να κάνω κάτι απ’ αυτά που καταφέρνει κι εκείνη;

Μοιάζετε, θα το δεις. Θα κάνεις όσα την κορόιδευες, θα πεις όσα γελούσες. Μα αυτό το «πεινάω μαμά» φέρνει πάντα αποτέλεσμα. Με όποιον τρόπο, η μαμά δε θα σε αφήσει να πεινάς. Το «φοβάμαι» δε θα της το πεις εύκολα, μα θα το νιώσει. Η μαμά ξέρει πότε φοβάσαι. Δε θα είναι δίπλα σου κάθε φορά που φοβάσαι, θα σε αφήσει να σταθείς μόνος, θα ‘ναι κοντά, θα τρέξει να σε πιάσει, ακόμα κι αν δεν τη βλέπεις. Όσο είναι κοντά σου, μα και την ημέρα που θα φύγει, η μαμά σε ακούει. Γερνάς, μα θα ‘σαι πάντα το παιδί της. Σου λείπει κάθε φορά που δεν προλάβαινες να απαντήσεις στις ερωτήσεις και στις κλήσεις της. Λαχταράς τις στιγμές που θύμωνες, αντιδρούσες, απέφευγες να απαντήσεις, λες κι εκείνη δεν ήξερε ήδη την αλήθεια. Την άφηνες για αργότερα, λες και θα την είχες για πάντα.

Η μαμά ξέρει πώς νιώθεις όταν γυρνάς από τη δουλειά, όταν κοιτάζεις τη φωτογραφία σας που γελάτε, όταν ακούει τον τόνο της φωνής σου, όταν κλείνεσαι στον εαυτό σου κι όταν προσποιείσαι ευτυχία. Της λείπεις. Της λείπεις όταν δε θα προλάβεις να περάσεις για να τη δεις, να φάτε μαζί, να μιλήσετε στο τηλέφωνο, να πάτε μία βόλτα, να πιείτε γαλλικό φουντούκι, να σου αγοράσει την μπλούζα που πιστεύει ότι χρειάζεσαι κι αυτό το κατσαρολάκι που θα σε κάνει πρώτο στη μαγειρική. Της λείπεις όταν ξεχνάς πως σε χρειάζεται κι εκείνη, πως φοβάται κι εκείνη, πεινάει, γερνάει κι εκείνη. Θα σου πει πως είναι εντάξει, έχει παρέα και θα κλείσει βιαστικά το τηλέφωνο. Μην τυχόν κι ακούσεις τη φωνή της να σπάει. Μην τυχόν και στεναχωρηθείς εσύ, θα το κάνει αυτή και για τους δύο.