«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν α-α-αταξίδευτο»

Σίγουρα έχεις ακούσει αυτό το τραγούδι, το έχεις τραγουδήσει με τους παιδικούς σου φίλους σε μια παιδική χαρά, στο νηπιαγωγείο, με τους δικούς σου στο σπίτι. Κάποια τραγούδια γράφονται στη μνήμη μας χωρίς να θυμόμαστε επακριβώς πότε ήταν η πρώτη μας επαφή μαζί τους και μας θυμίζουν όμορφες στιγμές, κάνοντάς μας να νοσταλγούμε την αθωότητα που έχουν τα παιδικά τραγούδια. Αν την έχουν.

Γιατί, όπως όλα στη ζωή, έτσι κι ένα από τα πιο χαρούμενα τραγούδια των ανέμελων χρόνων μας, κρύβει από πίσω του μια τραγική ιστορία, που για ευνόητους λόγους, δεν τη μαθαίνουμε ως παιδιά, παρά αρκούμαστε στην ευχάριστη μελωδική γραμμή του, τραγουδώντας στίχους που δεν ξέρουμε τι σημαίνουν. Μάλλον ούτε οι περισσότεροι γονείς και δάσκαλοι που μας μαθαίνουν να ερμηνεύουμε με χαρά αυτό το άσμα γνωρίζουν τα συμβάντα που το έκαναν γνωστό.

Δεν είναι η πρώτη φορά που κάτι δραματικό και σκοτεινό μετατρέπεται -μάλλον μεταμορφώνεται- στο πιο αγνό κι ευχάριστο πράγμα στον κόσμο, αφού και τα περισσότερα παιδικά παραμύθια κρύβουν σκοτεινές ιστορίες που με τα χρόνια αλλάζουν φύση. Ποια είναι λοιπόν η μαύρη ιστορία πίσω από το μικρό καράβι, που έριχναν κλήρο για να δουν ποιος θα φαγωθεί;

Κάτι που δεν ξέρουμε για το καράβι αυτό, είναι ότι είχε όνομα και ταυτότητα. Πρόκειται για μια φρεγάτα που λεγόταν «Μέδουσα» κι είχε καταγωγή από τη Γαλλία του 19ου αιώνα. Σάλπαρε μαζί με τρία ακόμα πλοία για την εξωτική Σενεγάλη. Ο κυβερνήτης της Μέδουσας, ονόματι Ντιρουά ντε Σαμερί είχε μεγάλα όνειρα για την αποστολή αυτή, αλλά μικρά σχέδια, κάτι που μπορεί εύκολα να κάνει ένα όνειρο να ναυαγήσει.

Καθώς είχε βάλει ως στόχο να φτάσει πρώτος από τους υπόλοιπους κυβερνήτες με τον ίδιο τόπο εκκίνησης και προορισμού, αποφάσισε να μην ακολουθήσει την πεπατημένη πορεία, αλλά να αυτοσχεδιάσει, μαζί μ’ έναν φαφλατά επιβάτη, εξίσου ανίδεο, ο οποίος επιχειρηματολόγησε ότι γνώριζε πολύ καλά μια διαφορετική από την προβλεπόμενη πορεία, για να πετύχει ο καπετάνιος μας τον μεγάλο στόχο και ν’ αναδειχθεί. Μην έχοντας μεγάλη εμπειρία ο Ντιρουά, στο ξεκίνημα της καριέρας του, μπορεί κανείς να μαντέψει αν αυτή η απόπειρα στέφθηκε ή όχι με επιτυχία.

Η αλήθεια είναι ότι κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την Αφρική, βέβαια, αλλά πολύ σύντομα οδήγησαν το καράβι σε μια ξέρα, ανήμπορο να ξεκινήσει ξανά την πορεία του. Πολλοί προσπάθησαν να βοηθήσουν να μπαρκάρει το πλοίο για να συνεχιστεί το ταξίδι, όμως μάταια. Έπρεπε όλοι οι επιβάτες ν’ αποβιβαστούν και να βρεθεί κάποιος τρόπος να φύγουν από την άδεια νησίδα, που ήταν πια η επί γης φυλακή τους.

Σωσίβιες λέμβοι δεν υπήρχαν αρκετές, οπότε η ανάγκη οδήγησε στον σχεδιασμό μιας σχεδίας χωρητικότητας περίπου 150 ατόμων. Κι εδώ έρχεται ο κλήρος, ο οποίος από ό,τι έδειξε η ιστορία, έπεσε στ’ αγόρια. Οι περισσότεροι επιβάτες της σχεδίας ήταν άντρες, αναμενόμενο, εγκαταλείποντας πίσω τις γυναίκες τους, σε μια εποχή που η πατριαρχία δε θα μπορούσε να βγάζει περισσότερο μάτι. Όσοι ανέβηκαν, απέκτησαν μία ελπίδα ότι αυτή η κατασκευή θα είναι κι η σωτηρία τους. Κι όντως άντεξε παραπάνω από ό,τι θα περίμενε κανείς και διέγραψε ένα ταξίδι 13 ημερών. Χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, χωρίς κάποιον ιθύνοντα νου να πάρει την ευθύνη πάνω του.

Μέσα στις 13 ημέρες, κάποιοι δεν άντεξαν από την πείνα, τη δίψα, το κρύο και τις ακραίες καιρικές συνθήκες. Κι από αυτούς που άντεξαν, κάποιοι αναγκάστηκαν να φάνε αυτούς που δεν άντεξαν για να επιβιώσουν. Πραγματικά σοκαριστικό να σκεφτεί κανείς σε τι κατάσταση θα είχε φτάσει το σώμα αλλά και το μυαλό τους για να υπάρξουν κανίβαλοι. Κάπου μέσα σε όλη αυτή τη δυστυχία, οι 15 τελευταίοι ζωντανοί είδαν το φως μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, όταν το πλοίο «Άργος» κατάφερε να τους εντοπίσει και να τους περιμαζέψει. Το 1/3 αυτών και πάλι δεν τα κατάφερε μέχρι τέλους, οπότε από τους αρχικούς 150 διασωθέντες, εν τέλει έμειναν μόνο οι 10 τυχεροί και σκληραγωγημένοι. Οι εικόνες που περιέγραψαν μετά είναι κι αυτές που συντελούν την πραγματικότητα αυτής της ιστορίας με φρικτά περιστατικά βίας, κακουχίας, κανιβαλισμού.

Προφανώς η υπόθεση από κοινωνική επεκτάθηκε και στον πολιτικό χώρο, όπως συμβαίνει σε κάθε κοινωνία με κάθε περιστατικό κι έτσι πολλοί στράφηκαν εναντίον του τότε νέου Γάλλου κυβερνήτη Λουδοβίκου ΧVIII, τον οποίο θέλησαν να κατεβάσουν από τον θρόνο. Έτσι λοιπόν κι ο στίχος «να δούμε ποιος, ποιος, ποιος, θα φαγωθεί» αποκτά και πολιτική χροιά εκτός από μακάβρια σημασία.

Μετά από αυτή την περιγραφή, ποιος θα μπορούσε ν’ ακούσει το παιδικό τραγουδάκι με το ίδιο καθαρό, ανοιχτό κι αθώο μυαλό με το οποίο το αγάπησε στην πρώτη επαφή κι άκουσμά του;