Προσπαθώ να οραματιστώ μία παράσταση, πως θα ήταν να ξανασυναντηθούμε οι συμμαθητές από το Γυμνάσιο (στην εποχή μου δεν υπήρχε ακόμα το Λύκειο). Β! Γυμνάσιο Αρρένων  ……………

Βρίσκεσαι στον καναπέ σου αγκαλιά με ένα μπολ δημητριακά με γεύση σοκολάτα και κάνεις ζάπινγκ. Ξαφνικά χτυπάει μήνυμα στο κινητό σου, σε ‘χουν προσθέσει σε μια διαδικτυακή ομάδα στο Facebook. Μια φωτογραφία από παιδιά χαμογελαστά στη σειρά και δεξιά όλο θαυμασμό ποζάρει η δασκάλα τους. Όπα! Αναγνώρισες τον εαυτό σου.

Ένα από αυτά είσαι εσύ. Μια συγκίνηση σε πιάνει. Ηλικία; Δέκα επτά. Αναγνωρίζεις δεξιά σου τον κολλητό σου που περνάγατε ώρες ατελείωτες μαζί, το πρώτο κολλητήρι σου.

Μοιραζόσασταν το ίδιο θρανίο και κάνατε όνειρα για όταν μεγαλώσετε. Είχατε τα μυστικά σας που μόνο εσείς οι δυο τα γνωρίζατε. Ξέρατε ο ένας για τον άλλον τα πάντα, απ’ το αγαπημένο χρώμα μέχρι το ποιον «αγαπούσε» απ’ την τάξη. Ήταν σίγουρο ότι θα ήσασταν παντοτινά φιλαράκια.. Δυστυχώς ο χρόνος σας απομάκρυνε, και τώρα είναι ευκαιρία να ξαναβρεθείτε.

Θυμήθηκες τα αυτοκόλλητα που μάζευες για να τα κολλήσεις σε εκείνο το άλμπουμ με τους αγαπημένους σου ηθοποιούς. Όλες αυτές οι αναμνήσεις, γεμάτες νοσταλγία, ξαναζωντανεύουν κι ακούς πάλι εκείνο το κουδούνι του σχολείου να χτυπάει. Ακούς τη φωνή της αγαπημένης σου δασκάλας, αλλά και την τρομερά αυταρχική φωνή του διευθυντή (Μοσχόβης ;), που ήταν έτοιμος να σε τιμωρήσει για κάποια αταξία σου. Όλες εκείνα τα καψόνια (Σκιάς όνομα και πράμα). Τις ατελείωτες ώρες που σηκωνόσουν για να ξύνεις το μολύβι σου πάνω απ’ τον πλαστικό μικρό κάδο απορριμμάτων -όλες οι αίθουσες είχαν στη γωνία κάποιας τάξης. Την εξεταστική στην 5 και 6 Γυμνασίου. Το κυλικείο που στριμωχνόσασταν για να πάρετε ένα χυμό ή και παγωτό στο Παρθεναγωγείο (Παρθένες δεν υπήρχαν, έτσι ονομαζόταν το κτήριο). Τα καλοκαιρινά μπουγελωμένα. Αλλά και τον πρώτο σου έρωτα.

Θυμήθηκες τις ανδροπαρέες στα Μπιλιάρδα. Τις ποδηλατοδρομίες, Τις νυχτερινές εξορμήσεις (χτύπημα κουδουνιού) Τις Βόλτες στον Ναυτικό όμιλο. Τότε ήσουν μόλις 75 Κιλά.. Κι όλα αυτά παραμένουν ζωντανά μόνο στις αναμνήσεις σου. Τα σαγόνια του χρόνου κατάφεραν να τα καταβροχθίσουν όλα.

Αφού έκανες ένα Flashback στα χρόνια τα παιδικά σου, τώρα ήρθε η ώρα να επανέλθεις στην πραγματικότητα. Ετών 60, μόλις 100kg, επaγγελματικά κατοχυρωμένος δηλαδή 16 ώρες εργασία την ημέρα, οδηγείς BMW X5 (σε κάτι μικρότερο θα είχες πρόβλημα) μαζί πάντα και ένα ζευγάρι γυαλιά διαβάσματος. Λέτε να σε πείραξε το πολύ διάβασμα;

Προσθέτεις όλους εκείνους τους μπόμπιρες που τώρα είστε συνομήλικοι στη σελίδα σου στο Facebook και ξεκινάς μια επαφή με το παρελθόν, με σκοπό να ορίσετε μέρα κι ώρα συνάντησης για το πολυπόθητο Réunion. Μαζεύεις όλες τις φωτογραφίες εκείνες που βρήκες στο κρυμμένο μπαούλο της μητέρας σου. Έχεις βρει μέχρι και το πρώτο σου δόντι, φυλαγμένο σε ένα κομμάτι ύφασμα. Συγκίνηση! Τα πετάς όλα στην τσάντα σου κι ετοιμάζεσαι για τη συνάντηση.

Ως περίεργος  που είσαι, μπαίνεις στο διαδίκτυο κι ελέγχεις το μαγαζί στο οποίο έχετε δώσει το ραντεβού.<<Καφέ η απόγνωση,  ένα μαγαζί για πρόωρους γέροντες>>. Χαμογελάς, δεν μπορεί, σκέφτεσαι ότι μετά θα πάτε να τα τσούξετε σε κάποιο μπαράκι και θα μιλάτε ατελείωτες ώρες για εκείνα τα χρόνια.

Φοράς το αγαπημένο σου τζιν με μια απλή μπλούζα και ξεκινάς. 3 ώρες ταξίδι με το αεροπλάνο (όχι και ότι το καλύτερο για έναν Senior) και νάμαστε λοιπόν. Ελλάδα.

Το σημείο συνάντησης δεν είναι δύσκολο να το βρεις δεν είναι δα η Μυτιλήνη και η τεράστια πόλη.

Έφτασες, σπρώχνεις την πόρτα εισόδου που ξαφνικά σου φαίνεται πολύ βαριά, και μπαίνεις. Ένα τραπέζι γεμάτο με αμίλητους συνομήλικους. Σε κάποιους από αυτούς ο χρόνος ήταν ευγενικός. Άλλοι είχαν παντρευτεί τα ψυγεία τους. Ήταν όλοι εγκλωβισμένοι στις τωρινές τους ηλικίες. Αρκετοί έχουν αποχωριστεί τα μαλλιά της κεφαλής τους, αλλά ανταυτού  απέκτησαν μία χαριτωμένη κοιλίτσα. Αρκετοί απολαμβάνουν την ζωή του συνταξιούχου. Αυτοί πρόλαβαν τις καλές εποχές.

Έχεις φτάσει λοιπόν ως εδώ, σε είδανε, σε αναγνώρισαν, τώρα είναι αργά για να φύγεις και τώρα πρέπει να ξανασυστηθείτε απ’ την αρχή.

Έχουν περάσει δυο ώρες και δε βρίσκεις κανένα κοινό σας στοιχείο, πάρα μόνο ότι έχετε μοιραστεί τα παιδικά σας χρόνια. Ίσως σε κάποιον παράλληλο κόσμο να γνωρίζεστε, όχι όμως τον παρόντα χρόνο. Λόγια κενά, αμήχανες σιωπές.

Προς το παρόν προτιμάς να βρεθείς στη θέση του αμέτοχου παρατηρητή κοιτώντας τον δείκτη του ρολογιού σου. Αφού πέρασαν αρκετές ώρες συζητώντας για πολιτική, για ποια εταιρεία πάνες διαλέγετε έτσι ώστε να ‘ναι η σωστή για το δερματάκι του μωρού, αλλά αφού έχετε αναλύσει και ποιον θα ψηφίσετε για δημοτικό σύμβουλο, ήρθε η ώρα να αποχωρήσεις. Τους χαιρετάς και φεύγεις, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να τα ξαναπείτε και κλείνεις την πόρτα πίσω σου.

Γνωρίζεις πια πως όσα έζησες στα παιδικά σου χρόνια θα μείνουν για πάντα μαζί σου. Πίσω απ’ τις μάσκες τους θα ‘ναι ακόμα εκείνοι οι μπόμπιρες που θα σε περιμένουν στο προαύλιο κι ο παιδικός σου έρωτας δεν θα έχει ξεπεράσει το φράγμα της γυναίκας με καμπύλες. Κάποια παιδιά δε θα μεγαλώσουν ποτέ.

Κάποιοι δε θα κλειστούμε στη φυλακή της ηλικίας μας.

Ας παραμείνουμε για πάντα παιδιά.