Η ιστορία του Mini Job αρχίζει τον Ιούλιο του 1977 ως Geringfügige Beschäftigung και εξελίχτηκε σε Mini Job.

8 εκατομμύρια εργαζόμενοι διατηρούν αυτή τη στιγμή μία ελάχιστη απασχόληση.

Αυτή την σχέση εργασίας την προτιμούν αρκετά άτομα (συνήθως νοικοκυρές και Φοιτητές), διότι τα εισοδήματα από αυτή την απασχόληση (45 ώρες εργασίας τον μήνα) είναι για τον εργαζόμενο αφορολόγητα και απαλλαγμένα από δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό ισοδυναμεί με 5.400,- € το έτος.

Για να θεωρηθεί μία απασχόληση ως ελάχιστη απασχόληση, δεν θα πρέπει οι μηνιαίες αποδοχές να υπερβαίνουν τα 450,00€ στο σύνολο τους. Ο εργαζόμενος μπορεί να έχει πολλαπλές τέτοιου είδους απασχολήσεις, αλλά το σύνολο τους να μην υπερβαίνει τα 450,00€. Η ελάχιστη σχέση εργασίας μπορεί να υπάρχει παράλληλα με την Βασική σχέση εργασίας.

Τα εισοδήματα από την ελάχιστη σχέση εργασίας μπορεί να είναι απαλλαγμένα από Φόρο και Δαπάνες Κοινωνικής Ασφάλισης για τον εργαζόμενο, ο εργοδότης όμως καλείται να  πληρώνει εισφορές κατ αποκοπή 14% στο Ιατροφαρμακευτικό Ταμείο και 15% στο Συνταξιοδοτικό Ταμείο. Έτσι, το συνολικό κόστος για τον εργοδότη ανέρχεται στα 580,50 €.

Τα δικαιώματα (όπως και οι υποχρεώσεις) του εργαζομένου είναι τα ίδια όπως σε μία Βασική σχέση εργασίας. ( π.χ. ετήσια άδεια).  

Πρέπει να σημειωθεί, ότι  με μία τέτοια σχέση εργασίας, ο εργαζόμενος  δεν είναι ιατροφαρμακευτικά ασφαλισμένος ούτε έχει δικαιώματα από το Ταμείο Ανεργίας