Ιστορίες, έπη, μύθοι, παραμύθια κι ανέκδοτα ακόμα, είναι δημιουργήματα μεγάλης φαντασίας κι ευγλωττίας που ενέπνευσαν πολλών ειδών καλλιτέχνες εκτός λογοτεχνών και συγγραφέων, να «γεννήσουν» τα δικά τους αριστουργήματα. Εξετάζοντας τα πιο σύγχρονα δημιουργήματα, πολύ συχνά, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι βασίστηκαν σε κάποιο στοιχείο της αρχαίας μυθολογίας. Το ίδιο φαίνεται πως ισχύει για την πολυαγαπημένη μας μικρή γοργόνα και για πολλές άλλες μεταποιημένες εκδοχές των γοργόνων απ’ τη μυθολογία!

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, λοιπόν, οι γοργόνες ήταν οι τρεις κόρες της Κητούς και του Φόρκυ∙ η Σθενώ, η Ευρυάλη κι η Γοργώ, γνωστή σε όλους μας ως Μέδουσα, η οποία καθόρισε και τη γενική ονομασία τους σε γοργόνες. Ήταν μια τριαδική προκατακλυσμιαία θεότητα, όπως ήταν οι Μοίρες. Αν αναλύσει κάποιος ετυμολογικά τα ονόματά τους, θα αντιληφθεί ότι δεν έχουν ουδεμία σχέση με τις γλυκές και καλόκαρδες γοργόνες που ξέρουμε απ’ τα παραμύθια. Προκαλούν κάποιο δέος, αν μη τι άλλο, τα ονόματα Δυνατή, Πλατιά Θάλασσα και Άγρια. Άλλωστε, διακρίνουμε ήδη τη διαφορά τους απ’ τις πιο σύγχρονες γοργόνες, γνωρίζοντας τη μορφή και τις πράξεις της Μέδουσας.

Απ’ το μύθο της Μέδουσας ξέρουμε πως αν κάποιος την αντίκριζε κατάματα, θα γινόταν πέτρινο ομοίωμα! Είναι ένας μύθος που επιδέχτηκε αρκετές αλλαγές έως την ελληνιστική περίοδο. Έτσι, λοιπόν, η Μέδουσα αποτέλεσε μια πολύ όμορφη κοπέλα, που σύγκρινε τα κάλλη της με αυτά της θεάς Αθηνάς. Εκείνη την τιμώρησε, δίνοντάς της αποκρουστική μορφή και κυριολεκτικά φονικό βλέμμα. Όλοι την απέφευγαν, εκτός απ’ τον θεό Ποσειδώνα, ο οποίος μάλιστα την τεκνοποίησε. Γέννησε τον Χρυσαόρα και τον Πήγασο, τη στιγμή που την σκότωσε ο Περσέας, για χάρη της θεάς Αθηνάς. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η Αθηνά ήταν η ίδια η Μέδουσα, καθώς επρόκειτο για προ-ολύμπια θεότητα, ενώ η θεά ήθελε κι είχε το κεφάλι της πάνω στην ασπίδα της.

Σήμερα, η Μέδουσα, ούσα και τραγικό πρόσωπο σε πολλές εκδοχές του μύθου της, δεν έχει την τιμητική της μόνο ως αγαλματίδιο, λογότυπο και τατουάζ στο σώμα πολλών ανθρώπων. Φαίνεται πως η Μέδουσα κι οι αδερφές της επηρέασαν τον κορυφαίο και πασίγνωστο Δανό λογοτέχνη και συγγραφέα παραμυθιών, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Το 1837, δημοσιεύει το παραμύθι της μικρής γοργόνας, επιστρέφοντας την ομορφιά και δημιουργώντας μια τελείως διαφορετική εικόνα για τις γοργόνες, αποτυπωμένη στο μυαλό μας σήμερα. Έπειτα, ακολουθούν όλες αυτές οι παραλλαγές σε παραμύθια, κινούμενα σχέδια και ταινίες, που δε φαίνεται να αποδίδουν ακριβώς το αρχικό παραμύθι.

Αν κι υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ του κλασικού παραμυθιού και των μεταγενέστερων εκδοχών του, η εκ διαμέτρου διαφορά είναι το τέλος που έχουν. Η ιστορία ξεκινάει και διαδραματίζεται περίπου όπως όλοι τη γνωρίζουμε. Αλλά, στην αρχική εκδοχή του Άντερσεν, η μικρή γοργόνα δεν παντρεύεται με τον όμορφο πρίγκιπά της.

Ανάμεσα στα στοιχεία που αποκλίνουν απ’ τις άλλες εκδοχές είναι κι ένα πρωταγωνιστικό πρόσωπο∙ η χήρα γιαγιά της. Σκεπτόμενη συνέχεια τον πρίγκιπα που έσωσε κι άφησε κοντά σ’ ένα ιερό, ρώτησε τη γιαγιά της αν οι άνθρωποι ζουν για πάντα. Της απάντησε πως η ζωή των ανθρώπων διαρκεί πολύ λιγότερο απ’ τα δικά τους 300 χρόνια, όμως έχουν αθάνατη ψυχή. Έτσι, με λαχτάρα για ανθρώπινη ζωή και ψυχή, η γοργόνα απευθύνεται στη γνωστή κακιά μάγισσα του βυθού, η οποία της έδωσε ένα μαγικό φίλτρο, με αντάλλαγμα τη γλώσσα και τη φωνή της. Το φίλτρο αυτό θα έκανε τη γοργόνα να πονέσει, σαν να τη διαπερνά σπαθί, αλλά μετά θα είχε τα πολυπόθητα πόδια και τη δυνατότητα να χορεύει καλύτερα από κάθε άνθρωπο. Κάθε βήμα της, όμως, θα ήταν τρομερά επίπονο και τα πόδια της θα μάτωναν, σαν να πατούσε πάνω σε αγκάθια.

Έγινε η αγαπημένη συντροφιά του πρίγκιπα, αλλά εκείνος μιλούσε συνέχεια γεμάτος έρωτα για την ιέρεια που πίστευε ότι τον έσωσε. Αν ο πρίγκιπας νυμφευόταν άλλη, εκείνη θα γινόταν αφρός της θάλασσας το επόμενο πρωί. Κάποιου είδους προξενιό με πριγκίπισσα κοντινού βασιλείου, κάνει τον πρίγκιπα να βρει την ιέρεια αυτή, η οποία τότε εκπαιδευόταν. Σύντομα, παντρεύονται κι η καρδιά της μικρής γοργόνα σπάει απ’ τον πόνο. Οι αδερφές της, γνωρίζοντας την κατάσταση και τις εξελίξεις, χαρίζουν τα πανέμορφα μαλλιά τους στη μάγισσα, με αντάλλαγμα ένα μαχαίρι, με το οποίο θα έπρεπε να θανατώσει η γοργόνα τον πρίγκιπα, προκειμένου να συνεχίσει τη ζωή της στον ωκεανό. Τελικά, δεν μπόρεσε να το κάνει κι έπεσε στη θάλασσα. Αντί για αφρός όμως, λόγω της καλόκαρδης πράξης της, έγινε κόρη του αιθέρα και μπορούσε να αποκτήσει έτσι μια αιώνια ψυχή, κάνοντας τέτοιες καλές πράξεις.

Το τέλος αυτό έχει προβληματίσει πολλούς αναλυτές και ακαδημαϊκούς, καθώς μοιάζει περισσότερο θλιβερό, παρά ευτυχές. Η διάσημη συγγραφέας και λαογράφος, Πάμελα Λύντον Τράβερς, σχολίασε το τέλος αυτό πιο τρομαχτικό από κάθε άλλο, καθώς ήταν σαν να εκφοβίζει και να εκβιάζει τα παιδιά να μην είναι άτακτα, όπως ανέφερε ότι συνέβαινε σε όλες τις βικτοριανές ηθικές ιστορίες. Παρά ταύτα, ο Άντερσεν πίστευε πως αυτό ήταν πιο ευτυχές τέλος απ’ το αρχικό του πλάνο, στο οποίο η γοργόνα διαλυόταν ως αφρός. Όπως είχε δηλώσει σε μια φιλική του επιστολή, δεν ήθελε η γοργόνα του να αφεθεί στην τύχη και στην αγάπη ενός εξωγήινου για εκείνη, αλλά να αποκτήσει με τις δυνάμεις της την αιώνια ψυχή.

Απ’ αυτό το κάπως αμφιλεγόμενο παραμύθι γοητεύτηκαν μουσικοί και χορογράφοι, που δημιούργησαν παραστάσεις μπαλέτου με αυτή τη θεματολογία. Από εκεί ακριβώς οι γοργόνες διεκδίκησαν τη θέση τους και στην τέχνη της γλυπτικής, καθώς ο Δανός Καρλ Τζεικόμπσεν είχε ερωτευτεί την πρίμα μπαλαρίνα Έλεν Πράις και ανέθεσε, το 1909, στον Έντβαρντ Έρικσεν τη δημιουργία ενός χάλκινου αγάλματος, τιμώντας τον Άντερσεν και την μπαλαρίνα. Το κεφάλι του αγάλματος είναι όντως το κεφάλι της Πράις, αλλά το σώμα της ανήκει στη γυναίκα του Έρικσεν, καθώς η μπαλαρίνα αρνήθηκε να ποζάρει γυμνή. Το γλυπτό, 1, 25 μέτρων και 175 κιλών, παρουσιάστηκε στις 23 Αυγούστου 1913 στην Κοπεγχάγη κι έκτοτε αποτελεί σύμβολο και καμάρι της Δανίας, το οποίο προσελκύει συνέχεια τουρίστες.

Δυστυχώς, το άγαλμα αυτό έχει βανδαλιστεί για διάφορους λόγους, ήδη τέσσερις φορές. Απ’ το 1964, που κλάπηκε το κεφάλι της και δεν επιστράφηκε ποτέ, έως τη φετινή χρονιά, που χαρακτηρίστηκε ως «ρατσιστικό ψάρι», χωρίς να έχει εξηγηθεί ακόμα γιατί. Παρ’ ότι επιχειρήθηκε για δεύτερη φορά να κλαπεί το κεφάλι της, κλάπηκε το χέρι της, βάφτηκε πολλές φορές με μπογιές και του αποδόθηκε αυτός ο χαρακτηρισμός με σπρέι, πάντα το αποκαθιστούν και παραμένει στο βράχο του, στο λιμάνι της Κοπεγχάγης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι σε απόσταση 30 χιλιομέτρων απ’ την «Μικρή Γοργόνα» βρίσκεται απ’ την περασμένη δεκαετία ένα άγαλμα από ανοξείδωτο χάλυβα με επένδυση καθρέφτη, ονομαζόμενο «Χαν, ο Μικρός Γοργόνος». Το κατασκεύασαν οι καλλιτέχνες Έλμγκριν και Ντράγκσετ για να συμπληρώσει το πρώτο άγαλμα. Καθισμένος ακριβώς στην ίδια θέση, στην είσοδο του λιμανιού της Έλσινορ, όπως δήλωσαν οι καλλιτέχνες, δημιουργήθηκε για να τονίσει κυρίως τη μοναξιά του 21ου αιώνα κι όχι το αμφιλεγόμενο φύλο του, το όποιο προκάλεσε ποικιλία αντιδράσεων.

Ακόμα, έχουμε κι εμείς στη χώρα μας ένα παρόμοιο γλυπτό, το οποίο βρίσκεται στο Κίνι της Σύρου, απεικονίζοντας μια γοργόνα να έχει στην αγκαλιά της έναν άνδρα. Είναι η Παναγιά η Γοργόνα, η προστάτιδα των ναυτικών, σύμφωνα με το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη. Είναι αφιερωμένο σε όλους τους ναυτικούς που χάθηκαν στη θάλασσα. Πρόκειται για πανέμορφο αξιοθέατο, που αξίζει να δει κάποιος από κοντά.

Τα διάφορων καλλιτεχνικών φύσεων έργα που ήρθαν στο κοινό, χάρη στους μύθους των γοργόνων είναι, ειλικρινά, αναρίθμητα. Η Μέδουσα, η Άριελ, η Θεσσαλονίκη, η αδερφή του Μέγα Αλεξάνδρου και πολλές άλλες. Τα έχουμε αγαπήσει τόσο πολύ, που θα πιστεύαμε ακόμα κι ότι οι γοργόνες υπήρξαν ή υπάρχουν και σήμερα. Ανά διαστήματα, έγιναν διάφορες φάρσες και απάτες, επιδεικνύοντας διάφορα ψευδή αποδεικτικά στοιχεία ύπαρξής τους. Βέβαια, υπάρχει κι η άποψη πολλών ότι για κάθε γήινο πλάσμα υπάρχει και το αντίστοιχο θαλάσσιο ον, όπως τα λεγόμενα σκυλόψαρα, για παράδειγμα. Αχ, αυτή η ανθρώπινη φαντασία!