Δύο μάτια, ένα βλέμμα. Πόσα τραγούδια, στιχάκια και ποιήματα έχουν γραφτεί γι’ αυτά τα δυο μάτια; Κι όμως, πάντα κάτι θα λείπει απ’ τις περιγραφές. Πώς, άλλωστε, θα μπορούσε κάποιος να αποτυπώσει τόση ένταση, τόσο συναίσθημα και τόσο θάρρος, ταυτόχρονα, σ’ ένα λευκό χαρτί! Ένα βλέμμα που σε καρφώνει για μια στιγμή ή για ώρες ολόκληρες εκφράζει μια αυτοπεποίθηση, μια σιγουριά, ένα «ξέρω τι θέλω».

Βρίσκεσαι απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που ακόμη κι αν οι περιστάσεις δε μοιάζουν ευνοϊκές, ώστε να υπάρξει μια παραδοσιακή επικοινωνία, σε διεκδικεί όπως μπορεί. Κι αν απ’ την άλλη, είσαι εσύ το άτομο που δειλιάζει να πλησιάσει, που περιμένει την ανταπόκριση, που κοιτάει τον γεμάτο χώρο και βλέπει μόνο έναν, διατάζεις, μ’ ένα επίμονο βλέμμα, τον τρόπο να υπάρξει συνέχεια. Όπως και να το σκεφτούμε, ένα βλέμμα αφήνει πάντα ένα μυστήριο. Γεννά σκέψεις κι απορίες κι αφήνει και τους δύο να αναρωτιούνται. Ο ένας να ψάχνει τι θέλει ο άλλος κι εκείνος, με τη σειρά του, να ψάχνεται αν έγινε κατανοητός.

Κι η μαγεία έγκειται στην αντίδραση του αποδέκτη. Όταν πλησιάζει, όταν κοιτάει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κοιτάς κι εσύ, όταν καταλαβαίνει το γιατί, χωρίς καν να ανοίξεις το στόμα σου. Πόσο σπάνιο κι όμορφο αυτό! Σ’ έναν κόσμο που μόνο κοιτάει και στέκει στην επιφάνεια, εσύ να έχεις το χάρισμα να βλέπεις και να σκάβεις βαθιά. Να ‘σαι αυτός που δε σταματά στο περιτύλιγμα, στα όσα βλέπουν οι πολλοί, που αναζητά αλήθειες θαμμένες.

Να κάνεις ολόκληρους διαλόγους μ’ αυτά τα μάτια κι αυτά να επικοινωνούν καλύτερα κι απ’ τις λέξεις. Γιατί λίγο η λογική, λίγο το άγχος, η αγωνία, η ένταση, θα ξεχάσεις να πεις και κάτι, θα μπερδέψεις λίγο τα λόγια σου, θα αφήσεις άβολες σιωπές να διακόψουν τον ειρμό σου. Αυτά τα δύο, όμως, πάντα λένε όσα εννοούν.

Κι όσο κι αν προσπαθείς να το αποφύγεις, μερικές φορές, είναι ανούσιο. Το σώμα γίνεται υποχείριο του ίδιου του μυαλού. Αυτό που σκέφτεται και νιώθει, αυτό θα φανεί. Γι’ αυτό κι υπάρχουν στιγμές που το βλέμμα είναι σαγηνευτικό, άλλες επικριτικό, αυστηρό, τρομαγμένο, και πάει λέγοντας.

Πρέπει, όμως, να έχεις κι εσύ τα κότσια για να γίνει σωστά η δουλειά. Δεν αρκούν οι κλεφτές ματιές, ούτε τα δειλά «με κοίταξε και γύρισα το βλέμμα μου αλλού». Στον έρωτα δεν αρμόζουν συμπεριφορές πεντάχρονου που φοβάται να απαιτήσει, που δεν ξέρει τι θέλει κι αν θέλει, που στερείται θάρρους. Και στην προκειμένη περίπτωση, απαιτείται όχι μόνο θάρρος αλλά και θράσος για να κοιτάξεις στα μάτια αυτόν που θες και να του τα πεις όλα με ένα βλέμμα.

Και το θράσος κάτι τέτοιες στιγμές είναι σωτήριο κι είναι, ευτυχώς, και κάτι που όλοι έχουμε. Άλλος σε μικρότερο βαθμό, άλλος σε μεγαλύτερο, μα υπάρχει μέσα μας. Κι ίσως με δυο γουλιές ποτό να μην το συγκρατεί καμία λογική. Το θέμα είναι να το χρησιμοποιούμε τη σωστή στιγμή, με τον σωστό τρόπο. Τότε που σταματά να υπάρχει ο κόσμος. Την ώρα που σταματά ο ίδιος ο χρόνος. Το λεπτό που το στόμα τραγουδά το τραγούδι που παίζει και μιλά μ’ αυτό για όσα νιώθει.

Μαγεία, λοιπόν, είναι σε μια καθημερινότητα που οι περισσότεροι παγιδεύονται σε λέξεις και πνίγονται σε φλύαρους κενούς διαλόγους, εσείς μ’ ένα βλέμμα να γράφετε σελίδες ολόκληρες, και μάλιστα γεμάτες αλήθειες.