Καθώς κοιτάς το δειλινό, βλέπεις την πιο αληθινή στιγμή της ζωής, που υπάρχει από τη δημιουργία του κόσμου. Είναι σαν να σταματά ο χρόνος για να κάνουν έρωτα τα χρώματα χαρίζοντας στον ουρανό απόδειξη της δικής τους λαχτάρας. Ανατολή και δύση ονόμασαν τα δύο αυτά άκρα.

Η μελαγχολία που μας πιάνει τις περισσότερες φορές είναι η στενοχώρια του αποχαιρετισμού τους. Όλη η φύση τη νιώθει. Όπως νιώθει και την αγάπη τους. Όλη μέρα κι όλη νύχτα περιμένουν τις στιγμές τους, που διαρκούν μόνο δέκα λεπτά, όπως ανεβαίνει ή κατεβαίνει ο ήλιος. Είναι σαν να έχουν βρει το άλλο τους μισό, αλλά δεν μπορούν να είναι μαζί, λόγω της μέρας και της νύχτας, που έχουν υποχρέωση να πραγματοποιήσουν. Κάπως έτσι είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις.

Η ανατολή και η δύση του ηλίου, κάθε φορά μας πετυχαίνει με διαφορετικό τρόπο και με άλλους ανθρώπους. Άλλες φορές με συγγενείς στην εξοχή, άλλες σε ρομαντικό ραντεβού με τον σύντροφό μας κι άλλες απλά μόνους μας. Κάθε φορά οι αισθήσεις μας είναι διαφορετικές. Μυρίζουμε, γευόμαστε, ακούμε. Η διάθεσή μας αλλάζει. Όσο μόνοι ή με παρέα κι αν βρισκόμαστε, κατά κάποιον τρόπο αισθανόμαστε μόνοι για λίγο, εκείνες τις στιγμές. Μόνοι συνειδητοποιώντας τι έχουμε ή ποιους θα θέλαμε να έχουμε. Συνήθως έρχεται απροειδοποίητα αυτή η στιγμή. Κοιτώντας γύρω με αργές κινήσεις, βλέπουμε πρόσωπα και λέμε πως είμαστε τυχεροί που τους έχουμε. Χαμογελάμε καθώς τους κοιτάμε. Αισθανόμαστε πλήρεις. Υπάρχει και η περίπτωση να θέλουμε να είμαστε αλλού. Συλλογιζόμαστε αυτό το αλλού. «Τι να κάνει άραγε; Πού να είναι τώρα;».

Άλλες φορές έχουμε την ανάγκη να πάμε βόλτα κάπου μόνοι μας με πολλές (ή και όχι) αναμνήσεις για να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Ήρθε η ώρα να χαλαρώσουμε, ξεχνώντας για λίγο ό, τι μας προβληματίζει. Ακούμε τη φύση. Μας λέει πολλά. Πράγματα που δεν έχουμε διάθεση να ακούσουμε καθημερινά. Όπως κατεβαίνει ο ήλιος και η ηρεμία της νύχτας πλησιάζει, βλέπουμε όλες τις λύσεις μαζεμένες από το πουθενά. Ζήσαμε για λίγο και ανταμοιβόμαστε.

Κι η απουσία στο παιχνίδι είναι πάντα. Λέμε πάντα πως μπορούμε να ζήσουμε μακριά από τον άνθρωπο που μας έμαθε πολλά. Πως μαθαίνουμε στην απουσία του. Άραγε, είναι έτσι; Μπορούμε να μάθουμε στην απουσία του άλλου; Κι αφού μπορούμε, γιατί τον ψάχνουμε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας; Γιατί, κακά τα ψέματα, τον ψάχνουμε αυτόν τον δικό μας ξεχωριστό άλλον άνθρωπο. «Δεν είναι οι έρωτες για μένα» λέμε και γελούν μέχρι και οι πέτρες του παραδιπλανού οικοπέδου.

Πολλές οι απορίες όταν θέλουμε να δώσουμε εξήγηση σε κάτι αιωνίως αόριστο και τόσο ορισμένο ταυτόχρονα. Πολλοί έχουμε γράψει για τον έρωτα. Ο καθένας μας με τον δικό του τρόπο. Όλοι μας έχουμε όμως ένα μεγάλο κοινό. Λέμε κάτι, αλλά δεν το λέμε κιόλας. Είναι αυτό που προσπαθούμε να προσδιορίσουμε, αλλά το γυροφέρνουμε, αφού δεν μπορούμε να βρούμε τον τρόπο που το αντιπροσωπεύει επάξια. Με αυτή τη σκέψη, είμαστε λίγο για γέλια. Γύρω- γύρω από κάτι που θέλουμε τόσο πολύ, αλλά δεν μπορούμε να το αγγίξουμε.

Ανατολή και δύση. Έρωτας κι αποχαιρετισμός. Άνθρωποι και σχέσεις. Κοινό άξονα έχουν όλα αυτά. Άλλες φορές, μπορούμε να τους εξηγήσουμε κι άλλες πάλι όχι. Προσπαθούμε όμως. Δεν το βάζουμε κάτω. Όσο θα βλέπουμε τα χρώματα πάντα θα ψάχνουμε τον έρωτα. Έτσι θα δώσουμε νόημα.