Για να φτάσει στα αυτιά μας ένα τραγούδι πρέπει να ενεργήσουν, αρχικά, ένας στιχουργός, ένας μουσικοσυνθέτης, ένας τραγουδιστής κι έπειτα ένας μουσικός παραγωγός. Μα, για να φτάσει στην ψυχή μας ένα τραγούδι χρειάζεται να συνεργαστεί την κατάλληλη στιγμή ένας κορυφαίος συνδυασμός αυτών των επαγγελματιών. Μία απ’ αυτές τις ευτυχείς περιπτώσεις αποτέλεσε το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη», με στίχους του Φιλίππου Γράψα, μουσική του Μάριου Τόκα κι ερμηνεία του Δημήτρη Μητροπάνου.

Το αείμνηστο αυτό λαϊκό τραγούδι ακούμπησε στα χείλη σχεδόν όλων μας, ψάχνοντας στη Σαλονίκη ή κάποια άλλη περιοχή το ταίρι που μας έφυγε, και κούνησε σε ζεϊμπέκικους ρυθμούς πολλούς άντρες και γυναίκες, νηφάλιους ή ζαλισμένους. Ύμνος πολλών Θεσσαλονικιών κι αξιοσέβαστο κομμάτι για κάθε αυτί που είχε την τύχη να το ακούσει. Παρ’ ότι παλαιό κομμάτι, ακόμη και σήμερα ανατριχιάζουμε στο άκουσμά του κι έχει πάντα την ίδια επίδραση επάνω μας. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1992 στο άλμπουμ «Η εθνική μας μοναξιά», μαζί μ’ ένα άλλο κατά γενική ομολογία αγαπημένο τραγούδι, ονομαζόμενο «Θάλασσες».  Ωστόσο, η ιστορία αυτού του κομματιού ξεκινάει πολύ πριν το 1992.

Το 1982, ο Φίλιππος Γράψας, τότε υπάλληλος του Ο.Τ.Ε, παρακινείται από έναν συνθέτη φίλο του να γράψουν ένα τραγούδι και να συμμετάσχουν σ’ έναν διαγωνισμό τραγουδιού του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Γράψας αποδέχτηκε την πρόκληση και οι στίχοι γράφτηκαν σε μόλις τριάντα λεπτά. Όταν ο Χατζίδακις τους διάβασε, του είπε χαρακτηριστικά «Με αυτό που έγραψες είναι σαν να έγραψες τα πάντα.».

Μετά τον διαγωνισμό και παρά την καλή κριτική του Χατζιδάκι, το κομμάτι δεν αξιοποιήθηκε για δέκα χρόνια, ώσπου ο Διονύσιος Θεοδόσης το παρουσιάζει στον Μάριο Τόκα. Τότε, ο Τόκας το μελοποιεί με εξαιρετικό σεβασμό προς τον στιχουργό, κάνοντας κάθε μελωδία αρμονική με τον κάθε στίχο. Έκανε πολλές αλλαγές, έως ότου ο ίδιος κι ο στιχουργός βρέθηκαν σε απόλυτη συμφωνία για το αποτέλεσμα. Ο Μάριος Τόκας συμπεριέλαβε το τραγούδι στο δίσκο «Η εθνική μας μοναξιά» με άλλα κορυφαία τραγούδια, μερικά απ’ τα οποία είχαν ήδη εκτελεστεί από κάποιους καλλιτέχνες. Προσπαθούσε να βρει έναν καλλιτέχνη να ερμηνεύσει το τραγούδι, αλλά οι πρώτες του προσπάθειές αποδείχτηκαν άκαρπες. Αρχικά, το πρότεινε στον Γιώργο Νταλάρα, αλλά αποφάσισε να μην το κρατήσει. Έπειτα, στράφηκε προς την Χάρις Αλεξίου, που επίσης το απέρριψε. Τελικά, ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής εταιρίας, Μάκης Μάτσας, αποφάσισε να παρουσιάσει τον δίσκο στον Δημήτρη Μητροπάνο και σε περίπτωση που αρνιόταν, θα στρέφονταν στον τότε νεότερο καλλιτέχνη Γιάννη Πλούταρχο. Όπως ξέρουμε, ο Μητροπάνος δέχτηκε κι αυτό υπήρξε ένα απ’ τα ορόσημα στην καριέρα του.

Έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε κι αναγεννήθηκε αυτό το διαχρονικό τραγούδι, που τόσο πολύ αγαπήθηκε κι αγαπιέται απ’ το κοινό. Φυσικά, απαραίτητο συστατικό στη συνταγή της συνταρακτικής επιτυχίας ήταν ο τραγουδιστής. Δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε πώς θα ήταν αν το εκτελούσε εξ’ αρχής κάποιος άλλος και μπορούμε να πούμε πως δεν κατόρθωσε κανένας τραγουδιστής έως σήμερα να το ερμηνεύσει όπως ο Δημήτρης Μητροπάνος. Λόγω του χρώματος της φωνής και της ψυχής του, που συμπλήρωσε υπέροχα κάθε απόχρωση και νότα από την αρχή μέχρι και το τέλος.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει όμως κι η ιστορία του Μητροπάνου, πριν γίνει ο σπουδαίος καλλιτέχνης που γνωρίζουμε. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα, στις 2 Απριλίου 1948, και προήλθε από μια πολύ φτωχή μονογονεϊκή οικογένεια, καθώς ο πατέρας του βρισκόταν στον πόλεμο. Λόγω αυτού, βρέθηκε κι από αρκετά νεαρή ηλικία να δουλεύει σε οικογενειακή ταβέρνα ως σερβιτόρος κι ύστερα σε κορδέλες κοπής ξύλων, ώστε να ενισχύσει τα οικονομικά της οικογένειάς του. Στα χρόνια του γυμνασίου, που μετέβη στην Αθήνα, ξεκίνησε να εργάζεται ως τραγουδιστής. Γνωρίστηκε με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση κι ύστερα με τον Γιώργο Ζαμπέτα, που τραγουδούσαν μαζί και τον είχε κάτω απ’ την φτερούγα του.

Ο Μητροπάνος δήλωσε πως ο Ζαμπέτας ήταν ο μεγάλος του δάσκαλος κι ο δεύτερος πατέρας του. Με τη διδαχή και την ώθηση εκείνου κατόρθωσε να δει περισσότερη αναγνώριση, σταδιακά να συνεργαστεί με πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου και να καταλήξει ένας απ’ τους πιο δημοφιλείς λαϊκούς τραγουδιστές της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας. Από ένα απλό καθημερινό παιδί της επαρχίας, που παλεύει για το αύριο, έγινε το μουσικό αυτό αστέρι.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος θεωρείται ένας απ’ τους καλύτερους και σημαντικότερους Έλληνες τραγουδιστές όλων των εποχών. Σε κάθε εμφάνισή του στη μουσική σκηνή, όλοι κρέμονταν απ’ τα χείλη του και ταξίδευαν εκεί που τους πήγαινε με τα τραγούδια του. Τραγούδησε τον έρωτα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Από τη 17η Απριλίου του 2012 που απεβίωσε, χαρακτηρίζεται ως αθάνατος. Είναι αυτή η ευγενική απλότητα αλλά και μεγαλοπρέπειά του, που θα τον κρατήσει για πολλά ακόμη χρόνια στη ζωή μας! Είναι το Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη, τα Λαδάδικα, οι Θάλασσες, η Ρόζα, ο έρωτας αρχάγγελος. Είναι σε κάθε βαθιά ανάσα πριν μας χαρίσει μελωδίες που θα μας συντροφεύουν για μια ζωή.