Το τσιγαράκι ή (και) δυο γουλιές καφέ στο μπαλκόνι, ανάμεσα σε κάτι δουλειές του σπιτιού, λίγο χουζούρι και διάβασμα για την εξεταστική, επιβάλλεται. Το βλέμμα σου κόβει βόλτες τριγύρω μέχρι που εντοπίζει κόσμο στο απέναντι πεζοδρόμιο να κουβαλάει κούτες. Και πέφτει το μάτι σου σε ‘κείνο το πρόσωπο! Από μέσα σου εύχεσαι να ‘ναι το νέο σου γειτονάκι απ’ το απέναντι διαμέρισμα, κι όχι απλά κάποιος φίλος που βοηθά στη μετακόμιση.

Ξανά τσιγαράκι στο μπαλκόνι μετά από μέρες και σκάει μύτη το πλάσμα από απέναντι να απλώνει ρούχα. Ω, ναι, οι ελπίδες σου βγαίνουν αληθινές. Η έξοδος στο μικρό σου μπαλκονάκι γίνεται πλέον η αγαπημένη σου συνήθεια. Επιστρατεύεις τα φιλαράκια σου, καλείς την παρέα σου για βραδιές στο μπαλκόνι και στήνεις μαζώξεις, με την πρώτη ευκαιρία, μπας και καταφέρουν να βοηθήσουν στο δύσκολο έργο σου. Και να τα καφεδάκια εκεί και τα χαχανητά και να οι τέντες σηκωμένες πάντα, για να ‘χεις καλύτερο οπτικό πεδίο.

Πλέον η έξοδος μέχρι το μπαλκονάκι σου απαιτεί μια κάποια περιποίηση. Να στρώσεις λίγο τα μαλλιά, να βάλεις κι ένα ρούχο της προκοπής, μην είσαι διαρκώς με τη φόρμα που έχει λιώσει πάνω σου. Μπορεί, βέβαια, να ‘χει μυωπία και να μην παρατηρεί και πολλά, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Όπως και να ‘χει, σταδιακά αποκτά η όλη τελετουργία νόημα και γέλιο παράλληλα. Κοίτα πού φτάσαμε. Να ετοιμάζεσαι για να βγεις μέχρι το μπαλκόνι σου.

Κι αφού έχεις ετοιμαστεί για τη μεγάλη έξοδο, καιρός να μπεις για τα καλά στο παιχνίδι. Αρχικά επιλέγεις την κατάλληλη στιγμή, προφανώς κάποια ώρα της ημέρας που θα έχεις τσεκάρει πως το γειτονάκι συνηθίζει να βγαίνει για τσιγάρο ή απλά για να ρεμβάσει, ή αν ακούσεις τσουγκρίσματα και φωνές απ’ το μπαλκόνι. Φυσικά και θα βγεις κι εσύ, με το κολλητάρι. Χρειάζεσαι και σύμμαχο σε όλο αυτό.

Αν κωλώνεις να χαιρετήσεις, αναλαμβάνει την πρώτη επαφή το φιλαράκι σου. Πετάς κι ένα του τύπου «Νέα άφιξη στη γειτονιά μας; Πώς σου φαίνεται;». Κλασική ατάκα για την οποία μετανιώνεις αργότερα, αλλά είναι αργά πλέον. Κάπως, όμως, έπρεπε να ξεκινήσεις. Και να τα χαμόγελα, να οι χαιρετούρες για να μη χάσεις και τον στόχο σου. Υπάρχουν στιγμές μέσα στη μέρα που σκέφτεσαι: «Να πάω να ζητήσω ζάχαρη; Όχι μωρέ. Άσ’ το καλύτερα. Από απέναντι ζάχαρη;».

Κι αφού κάπως έγινε η γνωριμία, οι συναντήσεις στα μπαλκόνια όλο και πληθαίνουν, σαν να δίνετε σιωπηλά κάθε φορά ραντεβού για την επόμενη. Βοηθάει κι ο καιρός, άλλωστε, και για τη διάθεσή μας για φλερτ και για να δικαιολογήσουμε το γιατί κατασκηνώσαμε έξω, λες και νοικιάσαμε μόνο μπαλκόνι. Τα χαμόγελα και τα βλέμματα δίνουν και παίρνουν κι εσύ νιώθεις κάπως περίεργα, σαν να περνάς ξανά εφηβεία, σαν να κάνεις κάτι κρυφά απ’ τους γονείς σου. Έχει ένα σασπένς όλο αυτό. Σε πάει και λίγο πίσω στα χρόνια του σχολείου, όταν σου άρεσε κάποιος συμμαθητής κι ανταλλάσσατε κρυφά βλέμματα μέσα στην τάξη.

Το μπαλκόνι έχει γίνει πλέον το αγαπημένο σου μέρος του σπιτιού. Όχι μόνο για να σκέφτεσαι και να ονειρεύεσαι, αλλά πλέον και για να ψιλοκαψουρεύεσαι. Περνάς πολλές ώρες της ημέρας εκεί, όπως ακριβώς και το γειτονάκι συ. Θα φυτέψεις και λουλούδια στα γλαστράκια σου για να ‘χεις έναν ακόμη λόγο να βγαίνεις. Οι φίλοι πλέον σε επισκέπτονται συχνότερα και, φυσικά, τη βγάζετε στο μπαλκόνι με καφέ και φαγητό. Εσύ παίρνεις θέση κολλητά στα κάγκελα, θες να ‘χεις οπτική επαφή με το απέναντι μπαλκόνι.

Οι ώρες που τη βγάζετε απ’ έξω, χαζεύοντας τάχα ηλιοβασιλέματα κι αστέρια κι ανταλλάσσοντας κλεφτές ματιές, πλέον πολλές. Χαμόγελα, καλημέρες και καληνύχτες. Μέχρι μια μέρα να χτυπήσεις το θυροτηλέφωνο ή να χτυπήσει το δικό σου.

Δύο καφέδες ή δυο μπίρες –που αλλού;– στο μπαλκόνι. Τα καλύτερα από ‘κει ξεκίνησαν, λοιπόν, κι εκεί θα καταλήξουν, μόνο που πια αντί για φωνές θα ακούγονται πια μονάχα ψίθυροι.