Έρχεται ο τύπος προς το μέρος σου κι αν ήσουν σε ρομαντική ταινία θα ακουγόταν Barry White από βινύλιο, γιατί έτσι ξεκινάει το καλό φλερτ. Περιμένεις να ακούσεις ένα «γεια», ένα «τι κάνεις;» κι ένα «με λένε τάδε» για να αρχίσει να ρολάρει. Αντ’ αυτού ακούς την παλαιότερη (και πιο ντεκαβλέ) ίσως ατάκα στο παιχνίδι του φλερτ: «Εσένα κάπου σε ξέρω. Γνωριζόμαστε;». Βγάλε το δίσκο και άναψε τα φώτα. Η στιγμή έφυγε ανεπιστρεπτί.

Η πιο ντόμπρα απάντηση θα ήταν: «Όχι και μετά απ’ αυτό ούτε πρόκειται να γνωριστούμε», αλλά η μαμά μας μάς έχει μεγαλώσει καλύτερα απ’ αυτό. Θα μείνουμε λίγο στο ύψος μας, θα κρατήσουμε τους τρόπους μας αλλά κατά πάσα πιθανότητα, το μενού δε θα έχει επικρεβάτια παιχνίδια.

Ας πούμε την αλήθεια, παιδιά. Με το «Εσένα κάπου σε ξέρω» κανείς δε γάμησε. Όλοι ξέρουμε γιατί δε σε πάει στο παρασύνθημα κι όμως αυτή η φράση συνεχίζει να κυκλοφορεί. Δεν ξέρω αν υπάρχει βιβλίο-οδηγός για «το καλύτερο καμάκι» που την περιλαμβάνει κι έχει ξεπουλήσει. Δεν ξέρω αν σας είπε κάποιος ότι αυτή η ατάκα πιάνει και με κάποιον τρόπο σας έπεισε. Σας ορκίζομαι όμως σε κάθε κολοσσό παραγωγής προφυλακτικών, η ατάκα όχι μόνο δε θα «αποδώσει», αλλά πρέπει να απαγορευτεί δια νόμου. Βασικά, μιλάμε για μια πρόταση που κερδίζει επάξια τον τίτλο της πιο κλισεδιάρικης και τραγικής ατάκας πεσίματος, τι άλλο θες για να την εγκαταλείψεις;

Να το πάρουμε απ’ την αρχή. Έστω ότι έχετε ξαναγνωριστεί και τώρα πετυχαίνετε ο ένας τον άλλο πάλι. Αν κάτι δε δούλεψε τότε μεταξύ σας, τι σε κάνει να πιστεύεις πως θα λειτουργήσει τώρα; Επίσης, αν έχετε γνωριστεί και παλαιότερα γιατί δε θυμάσαι; Είναι δυνατόν να το πάρει κανείς ως κομπλιμέντο ότι δεν τον θυμούνται; Μπάζει νερά η προσέγγιση ακόμα κι αν βασίζεται σε πραγματική γνωριμία κάποια στιγμή στο παρελθόν.

Χίλιες φορές να μην το ξεστομίσεις ακόμα κι αν ισχύει και να το αφήσεις να φανεί σαν «παιχνίδι της μοίρας» που ξανασυναντιέστε. Μεταξύ μας, όλοι γουστάρουμε το παραμύθι –την παραμύθα, όχι και τόσο! Θα μας άρεσε να συνειδητοποιούσαμε σε δεύτερο χρόνο πως έχουμε κοινούς γνωστούς και να λέμε πως «δεν έτυχε» τότε γιατί «δεν ήταν καλό το timing» ή κάποια άλλη γλυκανάλατη μπούρδα όταν μας ρωτάνε πώς γνωριστήκαμε. Ως εναρκτήρια έκφραση βέβαια εγείρει ερωτήματα όπως «αφού τότε δε σου έκανα, τώρα γιατί σου κάνω;» ή «τώρα με πρόσεξες/θυμήθηκες;». Άστο σου λέω, πες κάτι άλλο!

Ταυτόχρονα, αν δεν έχετε γνωριστεί κι είναι κάτι που υποτίθεται πως θα σπάσει τον πάγο, πώς να το πω κομψά; Ελπίζω να τα πας καλά με το «εργόχειρο», γιατί δε σε βλέπω να γυρνάς μαζί με κάποιον. Θα ξεκινήσεις μια –ας την πούμε– επαφή με ένα ψέμα, γιατί δε σκέφτηκες κάτι καλύτερο. Θα σπάσει το κεφάλι του ο άλλος να σκεφτεί μήπως όντως σε ξέρει και γιατί δε σε θυμάται και θα καταλήξει ότι εμμέσως πλην σαφώς του λες πως έχει «κοινή φάτσα».

Άμα πουλάκι μου δε σε ξέρει, θα θεωρήσει δεδομένο ότι με κάποιον άλλο τον μπερδεύεις. Για να συμβαίνει αυτό ή σε απόσταση αναπνοής κυκλοφορεί ο doppelgänger του –πράγμα λίγο δύσκολο– ή έχει πολύ συνηθισμένη φάτσα –πράγμα διόλου κολακευτικό. Το τρίτο ενδεχόμενο είναι να σε περάσει για κανέναν εμμονικό τύπο που βλέπει τον παιδικό του έρωτα παντού. Το κατάλαβες τώρα γιατί θα παρτάρεις πάλι σόλο στα σεντόνια σου;

Ακόμα κι αν παραβλέψει κανείς ότι πρόκειται για την πιο γραφική ατάκα στην ιστορία του φλερτ, υπάρχουν χιλιάδες λόγοι για να πάει στραβά. Είναι μια ατάκα στην οποία υποβόσκει κάτι αρνητικό και οριακά αγενές με έναν passive-aggressive τρόπο. Και μια στάλα εγωισμό να έχει ο δέκτης μπορεί κάλλιστα να το εκλάβει ως μια έμμεση προσβολή. Άλλωστε, του λες πολύ συγκαλυμμένα ότι δεν είναι και τίποτα σπουδαίο και αξιομνημόνευτο, αλλά τον προσεγγίζεις τώρα ελλείψει άλλης εναλλακτικής.

Είτε έχετε ξανασυναντηθεί, είτε όχι, καλύτερα να μη ρωτήσεις αν γνωρίζεστε γιατί κάτι σου θυμίζει. Δε σου θυμίζει τίποτα. Τώρα τον/την βλέπεις πρώτη φορά. Ξεκίνα από κει. Τι νομίζεις; Ότι με το να είχατε γνωριστεί υποθετικά παλαιότερα αποκτάτε κάτι κοινό ή κάποιο θέμα συζήτησης; Ούτε καν. Αυτή η προσέγγιση είναι φτηνή, βαρετή κι ανούσια. Δε θες αυτά τα επίθετα να χαρακτηρίζουν και τη σεξουαλική σου ζωή, έτσι;