Αυτό το διάστημα, όλο και περισσότερος κόσμος υποφέρει από αϋπνίες. Είναι η αβεβαιότητα της κατάστασης, είναι που μας λείπει η ανθρώπινη επαφή, είναι ο καφές και η ενέργεια που δεν προλάβαμε να κάψουμε στις διαδρομές από την κουζίνα στο σαλόνι -ή ίσως λίγο απ’ όλα.

Κάποια βράδια μπορεί να παραδωθώ. Θα βάλω νωχελικά παντόφλες και θα βγω στο μπαλκόνι για ένα τσιγάρο. Ούτως ή άλλως, καθώς είμαστε ακόμη στην απομόνωση, έχουμε άπλετο χρόνο να κοιτάξουμε προς τα μέσα, έστω και μεταμεσονύχτια. Το μόνο που διακόπτει τις σκέψεις μου, είναι η μυρωδιά από το γιασεμί της κυρα-Μάρως στο ισόγειο. Μια υπενθύμιση πως υπάρχει ακόμη ζωή εκεί έξω.

Οι σκέψεις πάνε και έρχονται, και όσο μοιάζουν με τις δικές σου, άλλο τόσο διαφέρουν. Όσα είπες χωρίς να πρέπει και άλλα τόσα που κράτησες σφικτοκλειδωμένα σε μια αναζήτηση για την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη η φορά που δε ρίσκαρες και μια άλλη που δοκίμασες και έπεσες με τα μούτρα. Η δουλειά που πάντα ήθελες μα ποτέ δεν πίστεψες πως είσαι ικανός να κάνεις. Εκείνο το άτομο που τώρα κοιμάται στο κρεβάτι μόνο και θα ‘θελες να τρέξεις μακριά του. Λογαριασμοί που δεν έκλεισες, οι χαραμάδες που άφησες για να μπαίνει πού και πού φως, όλοι εκείνοι που σε κρίνουν χωρίς να ξέρουν την ιστορία σου, όσοι σου λείπουν τόσο πολύ αυτές τις μέρες. Εσένα λοιπόν, τι σε κρατάει όντως ξύπνιο τα βράδια; Σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που τα νιώθεις να μοιάζουν αιωνιότητα, ποιοι μικροί δαίμονες σε κρατάνε ξύπνιο, δέσμιο του ίδιου σου του εαυτού;

Όταν κοιτάς στην άλλη πλευρά του κρεβατιού, είσαι χαρούμενος με αυτό που βλέπεις; Όταν κάνεις ένα βήμα πίσω και μετροφυλλάς τη ζωή σου σαν ένα χρωματιστό περιοδικό, σε ποια σελίδα σκαλώνεις; Ποια ιστορία θες να ξαναγράψεις τόσο πολύ από την αρχή που σκίζεις με οργή τις σελίδες; Το μόνο που κατάφερες να σκίσεις είναι το δάχτυλό σου, γιατί ξέρεις, οι ιστορίες σου δεν έχουν επιλογή επεξεργασίας και όλο περισσότερο εκνευρίζεις τον τυπογράφο.

Ο τυπογράφος πρέπει απλώς, να βρει τη δύναμη να δεχτεί πως κάποτε έκανε λάθη στην προσπάθειά του να βγάλει νέα ιστορία. Να δηλώσει εκεχειρία με το μυαλό του που τόσο πολύ το δακτυλοδείχνει για εκείνες τις περιορισμένες κακές ιστορίες χωρίς να του δίνει καθόλου επαίνους για όλα όσα έκανε σωστά. Να μπορεί τις Κυριακές στην άδειά του να καθίσει στον ήλιο για ώρες με τις σκέψεις του και να μην έχει τίποτα απολύτως να του χαλάσει την όμορφή του μέρα. Να κάνει τις σκέψεις του χάρτινα αεροπλανάκια και να τις πετάξει μακριά. Γιατί οι σκέψεις του δεν τον ορίζουν. Τον τυπογράφο τον ορίζει μόνο ό,τι στο τέλος γίνει πραγματική ιστορία.

Κοιτάζουμε λοιπόν προς τα μέσα και εξημερώνουμε τον δικό μας τυπογράφο. Και όταν επανακτήσουμε την απόλυτη ελευθερία μας θα ξυπνήσω ένα απόγευμα, ο ήλιος θα χαϊδεύει το δρόμο και θα φυσάει όσο που να με ζεσταίνει μια αγκαλιά. Θα μυρίζει γιασεμί απ΄τον κήπο της κυρά-Μάρως και εγώ θα της σηκώσω το ποτήρι μου με το παγωμένο κρασί και θα της πω «στην υγειά της ελευθεριάς κυρα-Μάρω». Και θα το εννοώ.

Στην ελευθερία μας.