«Αν δεν κάτσεις ήσυχα, θα φωνάξω τους γύφτους να ‘ρθουν να σε πάρουν.» Μία φράση που θαρρώ (σχεδόν) όλοι ακούσαμε κατά τα παιδικά μας χρόνια, έστω και μία φόρα. Κι υπήρχαν κι άλλες αντίστοιχες, φράσεις που πλέον ίσως και να μην είναι τόσο δημοφιλείς, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν. Φράσεις που απευθύνονται σε κοινωνικές μειονότητες. Φράσεις που χρησιμοποιήσαμε για συμμόρφωση των παιδιών μας, κάνοντας επίθεση σε πολιτισμικές, θρησκευτικές, και γενικά «διαφορετικές» κοινωνικές ομάδες. Σίγουρα, αυτές οι φράσεις έχασαν την πείθω τους, με την πάροδο του χρόνου. Δε μοιάζουν πια με απειλές, αλλά μένουν ακόμα βαθιά ριζωμένες, εντείνοντας έτσι ρατσιστικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Κι έτσι, από πιτσιρίκια, ύπουλα, υπόγεια κι ασυνείδητα, η ξενοφοβία έγινε μέρος της ψυχοσύνθεσής μας.

Όμως όλα έχουν σίγουρα κάποιο θεμέλιο. Κι αυτό το θεμέλιο υπακούει στο όνομα «διαφορετικότητα». Ο φόβος απέναντί της έχει βαθύ ψυχολογικό υπόβαθρο. Η ομοιότητα είναι φίλη μας, οι ίδιοι με εμάς ανήκουν στην ίδια ομάδα, κι έτσι δεν αποτελούν κίνδυνο. Οτιδήποτε διαφορετικό, όμως, αυτό το «κάτι» μας με δόσεις ξένου, κάτι λίγο ή πολύ αλλιώτικο, δεν αποτελεί μέρος της ομάδας μας, κι αυτομάτως εμπεριέχεται στους κινδύνους. Και κάπως έτσι, υψώνουμε ένα φράγμα απέναντι στους διαφορετικούς ανθρώπους.

Το φράγμα αυτό, σε πολλές περιπτώσεις, μένει ανέγγιχτο. Ανέπαφο κι ανενόχλητο να τονώνει τις διαφορές. Κι όσο κι αν προσπαθούμε να πούμε πως δεν υπάρχει, πως το έχουμε γκρεμίσει, είναι εκεί, και κάνει την εμφάνισή του σε ανάλογες περιστάσεις. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το κρύψουμε. Να το κρύψουμε, ενίοτε, κι απ’ τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Σίγουρα, όμως, θα έρχεται και μια στιγμή που θα καταφέρουμε να το γκρεμίσουμε, ε; Σίγουρα, θα ‘ρχεται η ημέρα που δε θα πάψει να υπάρχει αυτό το διαφορετικό, αλλά που θα σταματήσουμε να το βλέπουμε σαν τέτοιο. Μόνο που όπως χρειάστηκε –ασυνείδητα μεν– χρόνια ψυχολογική μεθοδικότητα για να κτιστεί αυτό το τείχος, έτσι, χρειάζεται και χρόνος αλλά κι εσωτερική πάλη για να γκρεμιστεί. Σαφώς κι ένα έναυσμα. Γιατί όλα ξεκινούν απ’ τη στιγμή που εμείς οι ίδιοι γινόμαστε αυτό το «διαφορετικό», στα μάτια πολλών ομοίων.

Ξεκινάμε να δείχνουμε αποδοχή προς το “ξένο”, όταν αντιλαμβανόμαστε πόσο άκακο και μη διαφορετικό είναι, τελικά. Όταν, δηλαδή, γίνουμε εμείς αυτό το ξένο. Όταν έρθει η στιγμή που θα ‘μαστε μακριά απ’ την ασφάλεια της δικής μας ομάδας, για οποιονδήποτε λόγο κι αν καταλήξουμε να αισθανόμαστε μόνοι, ξαφνικά βρισκόμαστε απ’ την άλλη πλευρά του τοίχου. Και κάπως έτσι, αντιλαμβανόμαστε πόσο άκακες είναι κι οι δυο πλευρές. Και πως αυτό το τείχος, τελικά, έχει χτιστεί μονάχα πάνω σε κόμπλεξ κι ανασφάλειες.

Ξεκινάμε να αντιλαμβανόμαστε τη μαγεία των διαφορετικών πολιτισμών. Ξεκινάμε να δείχνουμε ενδιαφέρον προς κάθε «παράξενο», «ξένο» έθιμο. Μας απασχολεί να γνωρίσουμε λεπτομέρειες για θρησκευτικές ιδεολογίες, κι ας μην έχουμε σκοπό να μεταβάλλουμε τα «πιστεύω» μας. Μας αρέσει το διαφορετικό στιλ, μας γοητεύει η διαφορετική νοοτροπία, υιοθετούμε ίσως κάποια στοιχεία, κι αποδεχόμαστε –αν όχι αγκαλιάζουμε– τη μοναδικότητα. Και κάπως έτσι, τραβάμε, λίθο-λίθο, ένα κομματάκι απ’ τον τοίχο μας.

Από παιδιά μάς έμαθαν να λέμε πως «τα ταξίδια ανοίγουν τους πνευματικούς μας ορίζοντες», αλλά δεν πιστεύω πως ποτέ μας αντιληφθήκαμε το βάθος πίσω από αυτό. Τα ταξίδια, ειδικά αυτά με μεγάλη χρονική διάρκεια, κι ακόμα πιο συγκεκριμένα η μετανάστευση, σε διαφορετικούς πολιτισμούς, μας μεταβιβάζουν αυτομάτως στη μειονότητα. Μας κάνουν να ξεθάψουμε τις ώρες αγγλικών που κάναμε ως παιδιά, για να επικοινωνήσουμε. Να πετάξουμε τις συνήθειες μας στα πάντα. Απ’ τις οδικές, μέχρι και τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε σε μια καφετέρια με τους φίλους μας, και να ενσωματωθούμε σε αυτές που απαιτεί το νέο περιβάλλον.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία αντιλαμβανόμαστε την ομοιότητα μέσα στο διαφορετικό. Πως από άτομο σε άτομο, από ομάδα σε ομάδα, από πολιτισμό σε πολιτισμό μπορεί να υπάρχουν διαφορές. Οι οποίες, ναι μεν, ορίζουν μια ταυτότητα, άλλα όσο αλλιώτικη κι αν είναι η φλούδα, στην ψίχα του ανθρώπου είμαστε όλοι ίδιοι. Και κινούμαστε πάλι στους ίδιους αγνούς άξονες.

Όποτε η μετανάστευση, ή κάποιο ταξίδι, μπορεί να σου φαίνεται μια πρόκληση –και ψέματα μη λέμε, θα ‘ναι– αλλά θα ‘ναι ένα ταξίδι γνώσης και συνειδητοποίησης. Μέσα απ’ το όποιο θα κάψουμε βαθιά ριζωμένες ρατσιστικές συμπεριφορές, και στην τελική μονάχα θα μάθουμε. Θα μάθουμε, μέσα απ’ τους άλλους, λίγο καλύτερα εμάς. Τι περιμένουμε, λοιπόν;