Κάποιος, κάπου, κάποτε είπε «οι καλοί φράχτες κάνουν τους καλούς γείτονες». Και μπορεί τώρα να μας χωρίζουν με τους γείτονές μας ολόκληροι τοίχοι αντί για φράχτες –τουλάχιστον τους περισσότερους από εμάς–, η γειτνίαση όμως με κάποιον μπορεί να εξελιχθεί σε εφιάλτη. Γείτονες που κάνουν άσκοπη φασαρία, που φωνάζουν, που μετακινούν έπιπλα δίχως σταματημό είναι κάποιοι από όσους έχουμε κληθεί να αντιμετωπίσουμε. Ας δούμε, ωστόσο, τους επικρατέστερους.

Ο «γλεντζές»: Γι’ αυτόν τον γείτονα η κάθε μέρα είναι γιορτή. Πάντα βρίσκει λόγους να γλεντήσει και να βάλει τη μουσική τόσο δυνατά που ακούγεται μέχρι και δύο τετράγωνα πιο κάτω. Με μότο «μία ζωή την έχουμε», συνεχή παλαμάκια και με μουσική να παίζει στη διαπασών, είναι ικανός να μας οδηγήσει σε νευρικό κλονισμό. Γιατί, εντάξει, άνθρωπος είναι κι αυτός και θέλει να διασκεδάσει, αλλά κι εμείς τι φταίμε που απλά θέλουμε να ξεκουραστούμε; Και, φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό στο να γλεντάει κάποιος μέρες όπως τα Χριστούγεννα, τα γενέθλια ή γενικά επειδή έχει κέφια, βρε αδερφέ. Αλλά σε τι έχουν φταίξει τα καημένα τύμπανά μας ώστε να δέχονται τέτοια βία καθημερινά; Πώς αντιμετωπίζουμε μια τέτοια κατάσταση; Μπορούμε να μετατρέψουμε το διαμέρισμά μας σε στούντιο που θα κάνει τις πρόβες του ένα metal συγκρότημα. Ή που θα πιάσει το νόημα και θα χαμηλώσει τη μουσική ή που θα μας διώξουν απ’ την πολυκατοικία.

Τα πιτσουνάκια: Λογικά θα αναρωτηθεί κάποιος πού είναι το κακό στο να έχουμε για γείτονες ένα όμορφο, ερωτευμένο, ζευγαράκι. Τι μπορεί να κάνουν τα παιδιά; Μες στα μέλια θα ‘ναι. Ποιον πείραξαν τα μέλια; Κανέναν˙ μέχρι το βράδυ, ή το πρωί πριν τη δουλειά, ή το μεσημέρι μετά τη δουλειά, ή το απόγευμα. Γενικά μέχρι τον πρώτο αναστεναγμό. Εκείνη την ευλογημένη στιγμή που μόλις έχουμε κλείσει τα μάτια μας κι ακούγεται κάτι σαν βογγητό. «Μπα, αποκλείεται» σκεφτόμαστε. Κι όμως… Όλο και πληθαίνουν τα βογγητά κι οι αναστεναγμοί. Κι αυτό γίνεται κάθε μέρα ή σχεδόν κάθε μέρα. Το θέμα δεν είναι ότι γίνεται, αλλά ότι ακούγεται. Και μάλιστα πολύ. Γιατί πόσο να διακοσμήσουν το νέο τους σπίτι, πόσο να μαγειρέψουν μαζί στη νέα τους κουζίνα ή να δουν ταινίες στο νέο τους σαλόνι; Αναπόφευκτα, όλα οδηγούν στο σεξ. Μόνο που στο ενδιάμεσο απ’ τα βογγητά, ακούγονται κι άλλες φωνές πού και πού˙ αυτές του τσακωμού. Και τι ακολουθεί μετά από έναν τσακωμό; Πάλι σεξ. Και πώς καταλήγουν τα δικά μας νεύρα; Κρόσσια. Άλλωστε, κόβεται το σεξ;

Ο «φοιτητής» : Ο νεοφερμένος! Αυτό το γλυκό αγόρι ή κορίτσι που μόλις έφτασε στην πόλη για τις σπουδές του -κι αυτές είναι κι οι μόνες που δε σκέφτεται, τουλάχιστον στην αρχή. Πάρτι, άγνωστοι να πηγαινοέρχονται όλες τις ώρες της μέρας, φωνές και μουσική τέρμα τα γκάζια αποτελούν καθημερινότητα. Απ’ την άλλη εμείς, κάθε φορά που τον πετυχαίνουμε στην είσοδο ή στους διαδρόμους της πολυκατοικίας, σκεφτόμαστε χαμογελώντας χαιρέκακα «Δε θα ξεκινήσει η εξεταστική; Θα σου πω εγώ τι πάρτι θα κάνεις». Το μόνο καλό σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι στις αρχές του μήνα –τουλάχιστον– που το χρήμα ρέει άφθονο, ο φοιτητής μπαίνει στο σπίτι του μόνο για να κοιμηθεί. Επομένως, υπομονή μέχρι να περάσουν οι τελευταίες μέρες του μήνα.

Ο «κομάντο» : Τύφλα να ‘χουν οι κάμερες παρακολούθησης. Πρόκειται για εκείνον τον γείτονα που ξέρει με μαθηματική ακρίβεια ποιος μπήκε, πότε μπήκε και –φυσικά– πού μπήκε. Συνηθίζει, δε, να αναλαμβάνει και τον ρόλο του διαχειριστή της πολυκατοικίας. Τον βρίσκουμε συνήθως πίσω απ’ το ματάκι της πόρτας ή κρυμμένο πίσω απ’ τα φυτά του μπαλκονιού του, τα οποία για ευνόητους λόγους είναι ψηλά και πυκνά. Κατά έναν περίεργο τρόπο τον συναντάμε στο διάδρομο τις πιο ακατάλληλες στιγμές˙ όταν γυρνάμε χάλια από βραδινή έξοδο, όταν προσπαθούμε να φυγαδέψουμε το νέο μας φλερτ, όταν βγαίνουμε με τις τρύπιες πιτζάμες που αρνιόμαστε να πετάξουμε για να κατεβάσουμε τα σκουπίδια. Γενικά όποτε δεν πρέπει. Αν τύχει και μας χτυπήσει το κουδούνι για τα κοινόχρηστα ή για να συζητήσουμε το φλέγον ζήτημα των ωρών που θα ανάβει το καλοριφέρ, ο λαιμός του είναι όμοιος με αυτόν του αστυνόμου Σαΐνη. Μεταξύ μας, δεν είναι καθόλου απίθανο να έχει ενσωματωμένη κάμερα στο μάτι για να απαθανατίσει όλες τις γωνιές του διαμερίσματός μας. Πώς τον αντιμετωπίζουμε; Δεν ανοίγουμε την πόρτα. Ποτέ!

Παρ’ όλα αυτά, όσο χαριτωμένα κι αστεία αν φαίνονται τα παραπάνω, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν ξεσπάσει έντονες διαμάχες μεταξύ γειτόνων. Μια συζήτηση χωρίς καμία διάθεση προσβολής, όπου θα εξηγούμε αυτό που μας προβληματίζει, μπορεί να φέρει αποτέλεσμα. Σίγουρα, ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο σπίτι του αλλά πάντα με σεβασμό προς τον γείτονα. Η ελευθερία μας σταματάει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του άλλου. Πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες ενός σπιτιού μπορεί να βρίσκεται ένας άνθρωπος που δούλευε 12ωρα κι έχει ανάγκη από ξεκούραση. Κάποιος άρρωστος που χρειάζεται ηρεμία για να αναρρώσει. Μια μαμά που ξενύχτησε με το μωρό της και που μόλις κατάφερε να το κοιμίσει. Όλα είναι εφικτά, αρκεί να υπάρχει ένας κοινός γνώμονας: ο αλληλοσεβασμός κι η αλληλοκατανόηση. Και γιατί όχι, ίσως με κάποιους από αυτούς να καταφέρουμε να γίνουμε και φίλοι.