Πόσο εύκολα θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις κάποιον «μαμάκια»; Και για να ‘μαστε δίκαιοι και σωστοί, ποια είναι η ακριβής ερμηνεία αυτού του προσδιορισμού; Κι αν σου έλεγα ότι ο «τσιχλιμπίχλης» ή ο «λαλάκης» είναι λέξεις συνώνυμές του; Θα πεις ότι δεν έχουν καμία σημασία οι λέξεις μπροστά σ’ ένα χαϊδεμένο και καλομαθημένο παιδί. Αν σου έλεγα, όμως, ότι αυτό το επίθετο προορίζεται για γόνους πλούσιων οικογενειών; Θα έλεγες ότι μία είναι η Ελληνίδα μητέρα κι η σχέση της με τον γιο της αποτελεί έναν απ’ τους ισχυρότερους δεσμούς.

Πολλοί είναι αυτοί, όμως, που λατρεύουν τη μανούλα τους. Μόνο που δεν ευθύνονται εκείνοι γι’ αυτό. Ίσως τ’ άστρα. Ή μήπως όχι; Κι αν υπάρχουν κανόνες και δεκάλογοι για να τους αναγνωρίσεις και να τους ξεχωρίσεις, κάπου στην πορεία θα χαθείς. Ή εσύ που ψάχνεις για να βρεις αν έχεις εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορεί να σε χαρακτηρίσουν έτσι, θα πέσεις σε παγίδα.

Ποιος είναι, όμως, ο μεγαλύτερος «μαμάκιας»; Σίγουρα δεν είναι γένους αρσενικού. Μάλλον είναι, αλλά είναι θηλαστικό και βρίσκεται στη θάλασσα. Γιατί οι μητέρες όρκες ζουν περισσότερο για να μπορούν να βρίσκονται κοντά στους γιους τους και να τους φροντίζουν, σύμφωνα με έρευνα πανεπιστημίου της Αμερικής, προκειμένου να περάσουν τα σωστά γονίδια στις επόμενες γενιές.

Αρκετά ενδιαφέρον. Ένα είναι, όμως, σίγουρο: δεν είναι μάστιγα κι άδικα χαρακτηρίζεται έτσι. Υπάρχουν μυστικά, αλήθειες και ψέματα. Δεν είναι θέμα προς αποφυγή και σίγουρα δεν κάνει κάποιον μη ιδανικό σύντροφο. Γιατί οι φίλοι μας οι καλοξυρισμένοι κι οι σπανοί είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Τώρα αν έχουν και μία ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα τους, άσχημα τα πράγματα. Γιατί οι γενειοφόροι αναδείχθηκαν πρωταθλητές. Καλύτεροι σύζυγοι κι εραστές. Αν έγιναν τα στραβά μάτια για τις αδυναμίες τους, δεν ξέρω. Άλλωστε έρευνες είναι αυτές. Και κανείς δε ξέρει τι κρύβουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ανθρώπινο μυαλό.

Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα απ’ την αρχή. Γιατί η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Κι αν όλα χρειάζονται τρόπο κι όχι κόπο, κυρίως στις ανθρώπινες σχέσεις, ήρθε η ώρα να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά.

Από καιρό το θέμα αυτό αποτελούσε ένα αστείο. Ένα θέμα που ήταν ικανό να οδηγήσει σε φυγή αλλά και να χαλάσει ολόκληρες οικογένειες. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η σχέση με τη μητέρα αποτελεί μία ιδιαίτερη σχέση. Αλλά πού φτάνουν τα όρια και πού αρχίζουν τα προβλήματα, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Είναι θέμα κρίσης.

Κάποιοι, όμως, ασχολήθηκαν παραπάνω κι έδωσαν τα αποτελέσματά τους, μετά από έρευνες και πάλι, φυσικά. Γιατί, τελικά, το αντρικό φύλο το οποίο έχει μία παραπάνω ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα του αναμένεται να γίνει καλύτερος σύντροφος κι οικογενειάρχης. Βεβαίως-βεβαίως.

Είναι εκείνοι όπου, σύμφωνα μ’ έρευνα της Dailymail σε νεαρά παντρεμένα ζευγάρια, εκπαιδεύτηκαν απ’ τις μητέρες τους στο να γίνουν οι καλύτεροι σύζυγοι. Μάλιστα, τονίζεται ότι είναι συνήθως πιο προσεχτικοί με τις συντρόφους τους και προσπαθούν να τις κάνουν πιο ευτυχείς. Εν ολίγοις, επιδιώκουν ν’ απολαμβάνουν έναν επιτυχημένο και με διάρκεια γάμο.

Είναι εκείνη η στενή επαφή με τον θηλυκό γονέα τους που τους κάνει ικανούς να μπορούν να χειρίζονται τα συναισθήματα, ν’ αναγνωρίζουν και να προσφέρουν στις συντρόφους τους όλα εκείνα τα ιδανικά που μπορεί ν’ αναζητήσει μία καρδιά κι ένα κορμί. Υπερβολικό; Πιθανόν.

Και το ερώτημα που γεννιέται είναι αν, τελικά, μία τέτοια συμπεριφορά οδηγεί περισσότερο σε φιλικές σχέσεις παρά σε ερωτικές. Κι αν κάποιος ψάχνει να βρει στο πρόσωπο της συντρόφου του όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορεί να προσδιορίζουν τη μητέρα του, προκειμένου να την κάνουν περήφανη.

Αλλά γιατί μπορεί ένας «μαμάκιας» να ‘ναι γλυκούλης στα 2 κι όχι στα 35; Το ήξερες ότι ο Matthew McConaughey κι ο Ryan Gosling, είδωλα του Hollywood, είναι απ’ τους μεγαλύτερους μαμάκηδες; Και γιατί μερικοί απ’ αυτούς ν’ αποτελούν εξαίρεση και να έχουν άλλοθι, επειδή είναι “star”;

Απλοί άνθρωποι είναι στο κάτω-κάτω. Με τα πάθη τους, τα ελαττώματά τους και τις αδυναμίες τους. Το θέμα είναι τα όρια που βάζει ο καθένας. Κι αν τα γεμιστά στο φούρνο δεν είναι σαν της μαμάς, δε χάθηκε κι ο κόσμος. Να θυμάσαι μόνο πως στο τέλος θα τα φάει και θα πει κι ένα τραγούδι.