Το στοιχείο του γαλάζιου και η θάλασσα σαν συνειρμός παρέπεμπαν από πάντα στο στοιχείο της ελευθερίας του νου, στο φευγιό του μυαλού. Αν όλα αυτά τα βάλεις σε μια κόλλα χαρτί, με λέξεις να στέκονται σαν κατάρτια, φράσεις να σε ταξιδεύουν στα πέρατα της γης και το έντονο στοιχείο του μαύρου από το μελάνι να είναι η πυξίδα σου, τότε θα ταξιδέψεις στο μαγικό κόσμο της ποίησης του μεγάλου Νίκου Καββαδία.

Η αγάπη του για τη θάλασσα άγγιζε τη λατρεία κι έβρισκε διέξοδο εκτόνωσης μέσα από τις λέξεις που ο ίδιος «έπλεκε» τόσο ευλαβικά όσο τα σχοινιά που άλλοτε έδεναν κι άλλοτε άφηναν ελεύθερα τα καράβια με τα οποία ταξίδευε ως ναυτικός.

«Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μία βραδιά, σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.»

Τα ταξίδια ζωής για τον ίδιο ξεκίνησαν από πολύ νωρίς. Γεννημένος σε μια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας, γόνος Κεφαλλονιάς, επιστρέφει στην Ελλάδα με την οικογένειά του μέσα σε ταραχές κι αναστατώσεις, όπου και συνεχίζουν πια τη ζωή τους. Καταφέρνει να δώσει το στίγμα της γραφής του από νωρίς δημοσιεύοντας έργα του σε φιλολογικά περιοδικά. Φαίνεται πως η θάλασσα δεν άργησε να τον μαγέψει κι έτσι βγάζοντας το ναυτικό φυλλάδιο μπαρκάρει σε πλοία και ξανοίγεται σε θάλασσες και κύματα.

Τα ταξίδια του κράτησαν πολλά χρόνια, συγκεκριμένα από το 1954 μέχρι και το 1974. Φημολογείται πως σε ένα από τα ταξίδια αυτά συνάντησε τον Γιώργο Σεφέρη, σαν επιβάτη στο πλοίο, ο οποίος λέγεται πως δε χαιρέτησε καθόλου τον Νίκο Καββαδία. Αυτό είναι ένα γεγονός που πίκρανε τον ποιητή της θάλασσας, μιας και μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε αποδείξει και ο ίδιος πράγματα με τη γραφή του.

«Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ’ αυτές απλά να σε εσύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες».

Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε το όνομα «Μαραμπού», ένα εξωτικό πουλί παρεμφερές του πελαργού, ταξιδεύοντάς μας μέσα από τα ποιήματα του σε μέρη εξωτικά, κοσμοπολίτικα. Τα μάτια του ποιητή είδαν πολλά αξιομνημόνευτα πράγματα, τόσα που ίσως θα χρειαζόμασταν δυο ζωές για να τα χωρέσουμε. Όλα αυτά τα μεταφέρει επάξια και με μια δυναμική που συγκλονίζει, στο χαρτί και στα ποιήματά του.

Αν και παρεξηγημένος ως ποιητής από τους συναδέλφους του, τα έργα του μελοποιήθηκαν περισσότερο από των υπολοίπων με τον αξέχαστο Θάνο Μικρούτσικο στον δίσκο του «Ο σταυρός του Νότου» αλλά και από άλλους καταξιωμένους καλλιτέχνες, όπως ο Γιάννης Σπανός, η Μαρίζα Κωχ , ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και οι Ξέμπαρκοι. Αξίζει να αναφέρουμε πως στο κομμάτι των αγαπημένων Πυξ Λαξ «Λένε για μένα», υπάρχει μια παραλλαγή στίχων του μεγάλου ποιητή από την συλλογή που αναφέραμε πιο πάνω με τίτλο «Μαραμπού». Τα ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, μικρά καράβια το καθένα εκπληρώνοντας τον αρχικό τους σκοπό, το ταξίδι.

«Ύστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω
Κι εγώ που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω.»

Είναι εμφανής η αγάπη του για τη θάλασσα, την απέραντη υγρή έκταση που τον τράβηξε κοντά της αρχικά από ανάγκη αφού έπρεπε να εργαστεί για την οικογένειά του, μα και έπειτα συνέχισε να παραμένει κοντά της μέσα από τα ταξίδια του αλλά και από καθαρή λατρεία. Η θάλασσα υπήρξε για εκείνον ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης, μα όχι μόνο εκείνη. Στα ποιήματά του συναντά κανείς τα στοιχεία που συναντούμε και στην καθημερινότητά μας. Είναι μια καταγραφή συναισθημάτων όπως η αγάπη, ο έρωτας, η λύπη, ο χωρισμός, η άρνηση, η απογοήτευση αλλά και η ευτυχία του νου. Είναι η καταγραφή της ίδιας της ζωής αφού μέσα από τις λέξεις του καταλαβαίνουμε πως επρόκειτο για έναν λάτρη της ζωής, που βίωνε στον υπέρτατο βαθμό κάθε της κύμα και κάθε της φουρτούνα.

«Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.»

Οι λέξεις του μοιάζουν σε κάποια σημεία ακαταλαβίστικες, με ναυτικούς όρους και την αλλόκοτη προφορά τους να σε παρασέρνουν. Γράφει για τη θάλασσα την πλανεύτρα και τους κυκλώνες που συναντούσε στα ταξίδια του. «Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο όνομα» όπως αναφέρει γοητευμένος στο Fata Morgana. Γράφει για πειρατές και καυγάδες με ιθαγενείς, αλλά και τους κινδύνους που γνώρισε πάνω στα πλοία με τα οποία ταξίδευε. «Εμείς οι ναυτικοί έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη. Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή, που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στο «Ένας δόκιμος στη γέφυρα την ώρα του κινδύνου».

Αγαπούσε τη γυναίκα κι έγραψε γι’ αυτήν με παραλληλισμούς που μας ταξιδεύουν σε πλάσματα παράξενα όπως οι γοργόνες, οι σειρήνες κ.α.. Έγραψε επίσης και για τους πληρωμένους έρωτες, εκείνους που οι ναυτικοί εκθειάζουν και προσμένουν με μια δίψα ολάκερη και άσβεστη. Προσεγγίζει τη γυναικεία ομορφιά μέσα από εικόνες γεμάτες με χρώματα κι αρώματα. Για εκείνον η γυναίκα είναι η μορφή που καθορίζει τα πάντα στη ζωή. Είναι η μάνα που πονάει, είναι ο έρωτας που θα ανεβάσει την καρδιά στα ύψη ή που θα τη βυθίσει στον πάτο της θάλασσας. Η γυναίκα μέσα από τους στίχους του είναι κυκλώνες, είναι άνεμοι, είναι αλμύρα και φύκια, είναι χρώματα και σκαριά, βλέμματα και φιλιά.

«Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.

Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.

Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,

πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα.»

Ο μεγάλος ποιητής αφήνει την τελευταία του πνοή όχι πλάι στη θάλασσα, μα στην κλινική Άγιοι Απόστολοι το 1975 όπου και νοσηλεύτηκε έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Είναι βέβαιο όμως πως η ψυχή του  ξεμπάρκαρε με το επόμενο πλοίο για νέα ταξίδια και αναζητήσεις του ματιού, αλλά κυρίως αναζητήσεις του μυαλού. «Αν ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική, εμείς δε βρήκαμε τη δικιά μας ήπειρο να ξεμπαρκάρουμε.» ανέφερε χαρακτηριστικά με τα λόγια του μεγάλου ποιητή στον επικήδειό του ο ναυτεργάτης και φίλος του Χρήστος Παντελίδης.

Ο  θαλασσινός ποιητής της αγάπης και της ζωής, μας αποχαιρέτησε αφήνοντας τον κόσμο αυτό, επιστρέφοντας στα νερά που τόσο αγάπησε για νέες περιπέτειες. Η κληρονομιά που μας άφησε είναι απέραντη και πολύπλευρη όσο και το αγαπημένο του γαλάζιο στοιχείο. Ο ποιητής των οριζόντων όπως δικαίως και εύστοχα ονομάστηκε θα είναι πάντα μέσα από τους στίχους του πάνω σε κάποιο σκαρί, με την πίπα του στο χέρι και το ναυτικό του καπέλο να αρμενίζει και να ατενίζει τον ορίζοντα.

«Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω.
Αγαπάω, και θα `θελα μαζί τους να πάω,
κι ούτε πια να γυρίσω.

Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.
Αγαπάω σ’ ετούτο τον κόσμο ό, τι κλαίει,
γιατί μοιάζει με μένα.»