Για περίπου 150 χρόνια τα τζιν είναι μια σταθερή αξία στον κόσμο της μόδας, όλοι έχουμε από τουλάχιστον ένα ζευγάρι. Είναι ανθεκτικά και πάνε με όλα, αλλά από την άλλη συνεισφέρουν και στην κακή φήμη της βιομηχανίας της μόδας, ως μιας από τους βασικές επιβαρυντικές για το περιβάλλον βιομηχανίες…

Τώρα, ένας βρετανικός φιλανθρωπικός οργανισμός, το Ellen MacArthur Foundation, ελπίζει να το αλλάξει αυτό, ενθαρρύνοντας τις εταιρείες ρούχων να εγγραφούν σε αυτό που ονομάζει «κανόνες επανασχεδιασμού των τζιν» και αν αυτό συμβεί ίσως αλλάξουν για πάντα τα αγαπημένα παντελόνια.

 

 

Για αρχή, οι κανόνες αυτοί λένε ότι τα μεταλλικά τρουκ στις τσέπες των τζιν θα πρέπει να εκλείψουν ή να μειωθούν στο ελάχιστο. Τα μεταλλικά αυτά τρουκ, στις τσέπες των τζιν, ήταν από τα βασικά στοιχεία του αρχικού σχεδιασμού από τον Λιβάι Στράους, το 1873. Το παντελόνι που σχεδίασε και πατεντάρισε ο Στράους ονομάστηκε αρχικά ΧΧ και μετά έγινε το πασίγνωστο 501. Τα μεταλλικά τρουκ αρχικά είχαν ως σκοπό να κάνουν πιο ανθεκτικά τα τζιν σε σημεία που φθείρονταν εύκολα. Όμως, στις μέρες μας είναι καθαρά διακοσμητικά.

 

 

Οι νέοι αυτοί «κανόνες» που προσπαθεί να εφαρμόσει η Οργάνωση, λένε ότι ένα ζευγάρι τζιν πρέπει να μπορεί να αντέχει τουλάχιστον 30 πλυσίματα και να είναι φτιαγμένα από οργανικές ίνες και χωρίς χημικά. Οι μέχρι τώρα γνωστές μέθοδοι πετροπλυσίματος, που τα κάνουν να δείχνουν ξεβαμμένα, επίσης απαγορεύονται.

 

 

«Η ιδέα είναι να επεκτείνεις τη ζωή του τζιν σου όσο πιο πολύ γίνεται», λέει ο Φρανσουά Σουσέ, υπεύθυνος για το πρότζεκτ, «και να αναγκάσουμε όλους στη βιομηχανία να μπουν στη διαδικασία της ανακύκλωσης των υλικών και της πιο οικολογικής προσέγγισης».

Η ιστορία των σύγχρονων τζιν ξεκινά το 1853, όταν ένας Βαυαρός μετανάστης, ο Λιβάι Στράους, τα έφερε στην Αμερική.

Αφού μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο και άνοιξε την εταιρία του που εμπορευόταν αποξηραμένα τρόφιμα, ο Στράους άρχισε να προμηθεύει με ύφασμα ντένιμ έναν ράφτη στη Νεβάδα, το Τζέικομπ Ντέιβις. Το ύφασμα έγινε πολύ δημοφιλές στους εργάτες, τους γεωργούς και τους χρυσωρύχους, καθώς ήταν πολύ πιο ανθεκτικό από τα παραδοσιακά υφάσματα και άντεχε σε όλες τις συνθήκες. Ο Ντέιβις εξειδικεύτηκε στα παντελόνια και αργότερα έφτιαξε ένα ζευγάρι ενισχυμένο με τα μεταλλικά τρουκ, φτιαγμένα από χαλκό, στις τσέπες και το φερμουάρ.

Τα τζιν εξελίχθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν, μεταλλάχθηκαν από εργατικές στολές σε στολές για το ναυτικό και μετά σε ρούχα για τους νέους «επαναστάτες», και τελικά έγιναν μέρος της ποπ κουλτούρας. Τα φόρεσε ο Τζον Γουέιν, ο Μάρλον Μπράντο, η Μέρλιν Μονρόε και ο Τζέιμς Ντιν, ο Έλβις, ο Πολ Νιούμαν, ο Μάρβιν Γκέι και η Μπρουκ Σιλντς (στην εικονική πλέον διαφήμιση για τον Calvin Klein το 1980).

 

 

Παρά τις μεταμορφώσεις και την εξέλιξή τους, τα τζιν παρέμειναν σχετικά ομοιογενή. «Επανεφευρέθηκαν» βέβαια ως είδος πολυτελείας, αλλά ταυτόχρονα μπήκαν και στη λεγόμενη «γρήγορη» μόδα, στα φτηνά πολυκαταστήματα και αλυσίδες. Έχουν μια μεγάλη μερίδα της βιομηχανίας της μόδας και ειρωνικά, ενώ πρωτοσχεδιάστηκαν σαν ρούχα που είναι φτιαγμένα για να αντέχουν, πλέον είναι από τα πιο αναλώσιμα στις γκαρνταρόμπες μας.

«Αυτό που κάποτε σχεδιάστηκε για να είναι το πιο ανθεκτικό ρούχο στις ντουλάπες μας, τώρα το αγοράζουμε με τις δεκάδες», λέει η Ανίκα Κοσλόφσκι, καθηγήτρια σχεδίου μόδας στο πανεπιστήμιο του Ryerson, στο Τορόντο του Καναδά. «Κι αυτό έχει ανυπολόγιστο περιβαλλοντικό κόστος», συμπληρώνει.

Παραδοσιακά τα τζιν φτιάχνονται από βαμβάκι. Παρότι είναι φυσική και βιοδιασπώμενη ίνα, το βαμβάκι χρειάζεται τεράστιες ποσότητες νερού για να μεγαλώσει. Ακόμα περισσότερο νερό χρειάζεται για την επεξεργασία του. Στη ζωή του, ένα παντελόνι τζιν μπορεί να καταναλώσει ως και μισό τόνο νερού, από την παραγωγή ως το πλύσιμο. Και βέβαια είναι και τα χημικά που χρησιμοποιούνται για να του δώσουν την τελική «χρησιμοποιημένη» μορφή του. «Είναι πλέον αναπόφευκτο το να έχουμε μια πιο οικολογική στάση απέναντι στην παραγωγή», λέει η Κοζλόφσκι.

Μερικές μεγάλες εταιρίες ρούχων, όπως το H&M Group, η GAP, η C&A και η Lee Jeans, έχουν δεσμευτεί να ακολουθήσουν τους νέους κανόνες. Αναμένεται να ακολουθήσουν κι άλλες, με τα πρώτα τέτοια ρούχα να αναμένεται να βγουν στα καταστήματα τον επόμενο χρόνο. Η Levi’s δεν είναι ακόμα μέσα σε αυτές τις εταιρίες, αλλά έχει κάνει βήματα για να μειώσει την επιβάρυνση του περιβάλλοντος, αναπτύσσοντας πιο οικολογικές ίνες και μειώνοντας τα χημικά που χρησιμοποιούνται.

Όμως, όπως λένε οι ειδικοί, η βιομηχανία απέχει ακόμα πολύ από το να πιάσε κάποια αποδεκτά οικολογικά στάνταρ και πολλές από τι εταιρείες αρνούνται να δεσμευτούν σχετικά, είτε για λόγους κόστους, είτε επειδή πολύ απλά δεν θέλουν.

Οι εταιρείες που θα συμμετάσχουν στο πρόγραμμα επανασχεδιασμού, θα πρέπει να δίνουν ετήσιο απολογισμό για την πρόοδό τους. Όμως υπάρχει σκεπτικισμός για το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα. Οι κατασκευάστριες χώρες χρειάζονται βοήθεια στο επίπεδο των υποδομών και συνήθως έχουν χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Συνεπώς είναι δύσκολο να επικεντρωθούν σε τέτοια ζητήματα. Επίσης, χωρίς κρατική παρέμβαση και έλεγχο, οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες είναι εύκολο να χαθούν με το χρόνο.