Υπάρχουν στιγμές στις ζωές μας που γνωρίζουμε ανθρώπους κι ανακαλύπτουμε ότι κάτι βαθιά χαραγμένο μέσα μας έχει σημαδέψει και τις δικές τους ψυχές. Είναι κάτι σαν να συναντάς έναν άγνωστο με τον οποίο, όμως, αισθάνεσαι πως γνωρίζεστε χρόνια. Όταν αυτό συμβαίνει, αισιοδοξείς να μάθεις όσα περισσότερα γι’ αυτόν, αφού κάπου μέσα σου ξέρεις ότι τα κομμάτια σας ενώνονται.

Όταν ενδιαφέρεσαι για κάποιον που ήδη γνωρίζεις, έχεις προλάβει να δεις ποικίλες πτυχές του χαρακτήρα του, κι όταν πάλι αυτός είναι ένας απλός γνωστός, φροντίζεις να ρωτήσεις όποιον κοινό φίλο έχετε για οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να σε αφορά -απ’ το αν είναι σε σχέση, μέχρι το αν πηγαίνει γυμναστήριο κι απ’ τα κατοικίδια που τυχόν έχει ως τη Σελήνη στο ζώδιό του. Αυτά, όμως, είναι μικρά κι ασήμαντα, όταν μιλάμε για αισθήματα μεγάλα.

Οι μικρές πληροφορίες και τα διακριτικά ψαρέματα μπορεί να ‘ναι μέρος του παιχνιδιού, όμως όταν πρόκειται για κάτι πιο ουσιαστικό, λεπτομέρειες τέτοιου τύπου παύουν να σε αφορούν. Και κάπου εκεί, τελειώνει το ψάρεμα κι αρχίζουν οι ατέλειωτες συζητήσεις στις οποίες τυποποιημένες ερωτήσεις δε χωρούν. Ό,τι είναι να μάθεις, είναι κρυμμένο πίσω απ’ τις λέξεις, τις περιγραφές, τις ιστορίες.

Τα παιδικά όνειρα, οι εφηβικές αναμνήσεις, όλα όσα αγαπά και μισεί προδίδουν το μέσα αυτού του ανθρώπου, κι αυτό είναι που θες να μάθεις. Δε σε ενδιαφέρει να ρωτήσεις τι κάνει, γιατί είναι πολύ απλό και λίγο, μπροστά σε όσα θες να ξέρεις για ‘κείνον. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το τι θέλει να κάνει, τι ονειρεύεται και για τι ζει.

Δε σε νοιάζει να μάθεις πού ήταν το μεσημέρι και δε χρειάζεσαι πληροφορίες από τρίτους και τέταρτους για το ποιος είναι. Θες να καθίσετε παρέα ως το πρωί και να συζητάτε για όσα προσπαθεί να πετύχει, για όλα όσα τον τρομάζουν. Πληροφορίες τυπικές που ξέρουν όλοι δε σου αρκούν, ούτε σου αρέσουν, γιατί δε θέλεις να ‘σαι σαν όλους.

Αν είναι να μιλήσουμε για κάτι που θα μας φανερώσει στοιχεία του χαρακτήρα του, ας μιλήσουμε για τη μουσική που ακούει, όταν είναι χαμένος στις σκέψεις του. Ας μιλήσουμε για τις αγαπημένες του μυρωδιές, τις μεγαλύτερές του ανασφάλειες και για ό,τι τον κρατά ξύπνιο τα βράδια. Αυτά είναι που θες να ψαρέψεις. Το να μάθεις αν έχει δύο ή τρία αδέρφια δε σου προσφέρει κάτι.

Αντίθετα, το αν αγαπά τα ταξίδια κι αν ρισκάρει γι’ αυτά που λαχταρά, σου δείχνουν ποιος είναι. Δε θα ρωτήσεις αν είναι αισιόδοξος ή όχι. Θα τον αφήσεις να σου διηγηθεί πόσες φορές έπεσε και πόσες σηκώθηκε μέσα απ’ τις ιστορίες του. Θα τον αφήσεις να σου δείξει αν ψάχνει για την ομορφιά σε καθετί άσχημο που βλέπει. Δε σε νοιάζει πώς τον χαρακτηρίζουν άλλοι άνθρωποι. Σε νοιάζει αν σε ‘σένα αρέσει ο εαυτός του κι αν μ’ αυτόν μπορείς να πορευτείς. Δε σε νοιάζει να ξέρεις πώς έφτασε ως εδώ. Θες μόνο να ξέρεις αν η φωτιά μέσα του είναι αρκετή ώστε να πάτε άλλο τόσο μπροστά, παρέα.

Εσύ απλά θα τον αφήσεις να μιλήσει. Κι όταν τα μάτια του θα λάμπουν, θα ξέρεις ότι μιλά για κάτι που αγαπά. Όταν χαμογελά, θα ξέρεις ότι αναφέρεται σε κάτι που τον κρατά ζωντανό κι όταν ησυχάζει, θα βλέπεις αυτά που τον πληγώνουν. Αυτόν που πραγματικά σε ενδιαφέρει δε θα τον ψαρέψεις για τίποτα. Θα τον αφήσεις μονάχα να σου δείξει ό,τι πρέπει να δεις.