Πάρε μία φωτογραφία, βάλε λίγο απ’ το χρώμα των αναμνήσεών σου κι έπειτα κλείσε τα μάτια σου για λίγο προσπαθώντας να θυμηθείς εκείνα τα καλοκαίρια σου, τα παιδικά. Να θυμηθείς τον τελευταίο ήχο απ’ το κουδούνι του σχολείου μαζί μ’ ένα «καλό καλοκαίρι» για να πετάξεις από πάνω σου κάθε σκέψη.

Με ήλιους και θάλασσες να ταξιδέψεις στο βαθύ γαλάζιο. Να χτίσεις πάλι κάστρα στις αμμουδιές.  Να τρέξεις πάλι στις αυλές της γειτονιάς. Ν’ αναπολήσεις εκείνες τις στιγμές, όπου στο μυαλό σου υπήρχε ένα στοίχημα μεγάλο, να ξεπεράσεις το παρεάκι στα παγωτά και τα μπανάκια και φυσικά να έχεις την καλύτερη πρώτη έκθεση στην αρχή της επόμενης σχολικής χρονιάς.

Θυμήσου εκείνες τις στιγμές που πίσω δε γυρνάνε, αλλά έχεις ακόμη τη γεύση τους στο μυαλό και στην καρδιά σου. Όπως τη θέση σου ανάμεσα στα «παιχνίδια της αυλής». Πέντε, δέκα, δεκαπέντε για να καταλήξεις στο «φτου ξελευθερία» ανανεώνοντας το ραντεβού σου με τις κρυψώνες και γελώντας με τον άτυχο στο ραντεβού του με το μέτρημα στο δέντρο. Κλέφτες κι αστυνόμους, αγαλματάκια ακίνητα, μήλα, τζαμί, ψείρες ήταν μερικά απ’ αυτά που αν δεν ήταν η κυρία απ’ το γνωστό διαμέρισμα να σου θυμίσει ότι η ώρα πέρασε, δε θα ξεχώριζες τη μέρα με τη νύχτα.

Κι όμως, η νύχτα είχε τη χάρη της. Ιστορίες με ήρωες απ’ τη φαντασία, με μυστήριο και δράμα, με τρόμο και στοιχειά αρκούσαν για να χάσεις τον ύπνο σου. Κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό απλώς σήκωνες τα χέρια σου ψηλά και προσπαθούσες να βρεις τη θέση σου στον ουρανό. Κι αν αυτό δεν ήταν πάλι αρκετό κυνηγούσες πυγολαμπίδες.

Κι οι μέρες περνούσαν για να πάρουν θέση στο καλοκαίρι σου λίγο ο παππούς κι η γιαγιά. Τα φιλαράκια απ’ το χωριό κι η ασταμάτητη τρέλα πάνω στα ποδήλατα. Το απογευματινό παγωτάκι και μερικά κιλά απ’ το συνεχές κυνηγητό της γιαγιάς. Κι έπειτα η κατασκήνωση. Και μετά οι διακοπές με τους γονείς μ’ εκείνο το απίστευτο βλέμμα της μαμάς, που για ακόμη μία φορά δε λες να βγεις απ’ τη θάλασσα. Που έχεις ξεχάσει να φορέσεις καπέλο. Που παρακαλάς για ένα λουκουμά και φυσικά που δεν έχεις σταματήσει τις βουτιές μετά απ’ αυτόν.

Άλλωστε, η μάσκα, τα βατραχοπέδιλα και φυσικά τα απαραίτητα, φουσκωτά προστατευτικά για μάχες ατελείωτες με τα κύματα αποτελούσαν μία απόδειξη ότι αν πνιγώ μπορώ να το κάνω και με χάρη. Κι όσα κοχύλια κι αστερίες προσπαθούσες να μαζέψεις δεν έφταναν για να πείσεις τους γονείς σου ότι το μελάνιασμα στα χέρια δεν ήταν απ’ το νερό.

Γλυκός ο λουκουμάς και γεμάτα σιρόπια οι σελίδες απ’ τα παλιά ημερολόγια, όπου στις φθαρμένες τους σελίδες το ομολογούν. Καλοκαιρινές αγάπες. Καλοκαιρινά φιλιά. Καλοκαιρινοί αποχωρισμοί και ραντεβού γεμάτα υποσχέσεις για το επόμενο καλοκαίρι. Και το κάθε επόμενο, μας φέρνει στο σήμερα. Και κάθε που καλοκαιριάζει απλώς ελπίζουμε σ’ εκείνες τις φωνές τις παιδικές. Ελπίζουμε σ’ εκείνο το λίγο προκειμένου να βρούμε χρόνο για να ενωθούμε μαζί τους.

Πάρε λοιπόν μια βαθιά αναπνοή, κλείσε τα μάτια και μια φωνή απ’ το παρελθόν θα έρθει για να σε ξυπνήσει, να σου θυμίσει εκείνα τα καλοκαίρια σου, τα παιδικά.