Ο Ταγίπ Ερντογάν μοιάζει να μην ανησυχεί καθόλου για την ηγεμονική θέση της παράταξής του στο πολιτικό τοπίο της αυριανής Τουρκίας. „Και την αντιπολίτευση εμείς θα τη φτιάξουμε“, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά σε ανύποπτο χρόνο. Κατά μία έννοια η πρόβλεψή του ήδη επαληθεύεται, καθώς άλλοτε ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεών του, όπως ο πρώην „τσάρος της οικονομίας“ Αλί Μπαμπατζάν και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, ήδη έχουν εγκαταλείψει την αγκάλη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και ετοιμάζονται να αναζητήσουν την τύχη τους με δικούς τους νεοσύστατους κομματικούς μηχανισμούς στις επόμενες εκλογές ως αντιπολιτευόμενοι.

Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος μοιάζει πλήρως απορροφημένος από τον στόχο της κατάκτησης άλλης μίας προεδρικής θητείας το 2023, ώστε με αυτόν τον τρόπο να επισφραγίσει την ανάδυση μιας „νέας Τουρκίας“ στη θέση της γνώριμης Τουρκικής Δημοκρατίας, η οποία τότε θα συμπληρώνει 100 χρόνια ζωής.

Εικόνα φθοράς

Οι ψηφοφόροι, όμως, δείχνουν να σκέφτονται διαφορετικά. Ήδη το αποτέλεσμα των περσινών δημοτικών εκλογών, με κορυφαίο δείγμα την επικράτηση του Εκρέμ Ιμάμογλου στον μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης, παραπέμπει σε μεγάλη φθορά του κυβερνώντος κόμματος και σε εγκατάλειψή του ακόμα και από μερίδες του εκλογικού σώματος που έως τότε του έμειναν πιστές.

Έναν χρόνο αργότερα, η δοκιμασία της πανδημίας του κορονοϊού και οι δραματικές της επιπτώσεις στην ούτως ή άλλως δοκιμαζόμενη και από πριν τουρκική οικονομία παροξύνουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και επιταχύνουν τα φαινόμενα αποσυσπείρωσης της βάσης του ΑΚΡ, το οποίο καταγράφει πλέον δημοσκοπικές επιδόσεις σταθερά κάτω από το 40%.

Για έναν ηγέτη ο οποίος βρίσκεται στην κορυφή εδώ και 18 χρόνια το ερώτημα της προσωπικής του διαδοχής θα φάνταζε κάτι παραπάνω από ώριμο. Όμως το καθεστώς της Τουρκίας έχει καταστεί, ιδίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και τη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό, άκρως προσωποκεντρικό. Και, όπως ισχύει σε καθεστώτα τέτοιου τύπου (η Ρωσία του Πούτιν και η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ αποτελούν, τηρουμένων των αναλογιών, αντίστοιχα παραδείγματα), όσο περισσότερο συγκεντροποιείται η εξουσία, τόσο περισσότερο δυσκολεύει η διαμόρφωση μιας „επόμενης μέρας“.

Μεταλλαγμένη παράταξη

Ο μέσος Τούρκος το αντιλαμβάνεται αυτό διαισθητικά, διατυπώνοντας στις δημοσκοπήσεις τις αμφιβολίες του για το αν το ΑΚΡ έχει τη δυνατότητα να παραμείνει ισχυρό και ενιαίο και μετά τον Ταγίπ Ερντογάν. Σύμφωνα με έρευνα της Metropoll που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Οκτώβριο, μόλις 22% των ερωτηθέντων πίστευε ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ενώ τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων εξέφρασαν την εκτίμηση ότι είναι αποκλειστικά το πρόσωπο του Ερντογάν που κρατά το κόμμα ενωμένο.

Άλλωστε , οι „ισλαμοδημοκράτες“ της Τουρκίας αποτελούν μια παράταξη που έχει μεταλλαχθεί μέσα στα χρόνια. Η ιδρυτική γενιά έχει αποσυρθεί (χάρη και στη διάταξη του κομματικού καταστατικού που απαγόρευε περισσότερες των τριών βουλευτικών θητειών), ενώ πλήθος νέων κυβερνητικών αστέρων έχει έρθει στο προσκήνιο συχνά εκ μεταγραφής.

Για τους γνωρίζοντες, ο αγώνας για τη διαδοχή έχει ήδη ξεκινήσει. Και η έκβασή του δεν αποκλείεται να κρύβει εκπλήξεις.

Το „δαχτυλίδι“

Θεωρείται δεδομένο ότι τα δύο πρόσωπα που προορίζονται να μονομαχήσουν για τη θέση του Ερντογάν είναι ο υπουργός Οικονομικών και προεδρικός γαμπρός, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, και ο υπουργός Εσωτερικών, Σουλεϊμάν Σοϊλού. Για την ακρίβεια, ο πρώτος προεξοφλούνταν μέχρι πρότινος ότι έχει εξασφαλίσει το „δαχτυλίδι“, όχι μόνο γιατί ο συγγενικός του δεσμός με τον Ερντογάν καθησυχάζει τις προεδρικές ανασφάλειες, αλλά και γιατί ο ίδιος ως γόνος επιχειρηματικής οικογένειας έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα μεγάλο δίκτυο διαπλοκής που ασφαλώς θα του φανεί χρήσιμο την κατάλληλη ώρα.

Ωστόσο, η κρίση της τουρκικής οικονομίας ψαλιδίζει τις ελπίδες του νέου και άπειρου στη διαχείριση Αλμπαϊράκ – και αυτό αποτυπώνεται και στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Σύμφωνα με έρευνα πάλι της Metropoll, στο ερώτημα „ποιος είναι ο καταλληλότερος“ για να συνεχίσει την πολιτική κληρονομιά του Ερντογάν ο Σοϊλού αναδεικνύεται πρώτος με ποσοστό 19%, ενώ ο Αλμπαϊράκ ακολουθεί με 13%.

Ο εκ μεταγραφής εκλεκτός του „βαθέος κράτους“

Τον Σοϊλού το ελληνικό ακροατήριο τον έχει σποραδικά γνωρίσει ως φορέα εμπρηστικών δηλώσεων για τις διμερείς σχέσεις. Αποδεικνύεται, όμως, ότι πρόκειται για σημαντική „πολιτική μηχανή“, που σχεδόν αθόρυβα έχει ανοίξει δρόμο για την κορυφή.

Ήδη το 1995, σε ηλικία μόλις 25 ετών, ο Σοϊλού αναδείχθηκε ο νεότερος μονάρχης στα χρονικά της Τουρκίας, ως στέλεχος τότε του εκλιπόντος πια συντηρητικού Κόμματος του Ορθού Δρόμου, που ίδρυσε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Η εποχή εκείνη σημαδεύτηκε από την κλιμάκωση της ένοπλης αντιπαράθεσης με τους Κούρδους αυτονομιστές του ΡΚΚ (πρωτοστατούντος του „βαθέος κράτους“) και την υιοθέτηση από την κυβέρνηση της Τανσού Τσιλέρ ενός ιδιαίτερα εθνικιστικού στίγματος με θρησκευτικές εκδηλώσεις.

Η μεγάλη στροφή

Ο σημερινός υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας βρέθηκε για ένα διάστημα στην πολιτική „έρημο“, εμφανιζόταν ιδιαίτερα επικριτικός έναντι του Ερντογάν και ανέβηκε στο „βαγόνι“ του ΑΚΡ μόλις το 2012. Εξελέγη βουλευτής το 2015 και ανέλαβε το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην κυβέρνηση του Αχμέτ Νταβούτογλου.

Η ανάρρησή του συνέπεσε με τη μεγάλη στροφή που συμπύκνωσε η ρήξη του Ερντογάν με τον άλλοτε σύμμαχό του Φετουλάχ Γκιουλέν και η επιλογή, που υλοποιήθηκε μετά την απώλεια της αυτοδυναμίας στις πρώτες εκλογές του 2015, για αναθέρμανση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΡΚΚ, εγκατάλειψη του διαλόγου με το κουρδικό στοιχείο και σύμπραξη με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης.

Ο ανασχηματισμός που ακολούθησε το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 έφερε τον Σοϊλού στη θέση του υπουργού Εσωτερικών, δηλαδή του κύριου πρωταγωνιστή των μαζικών εκκαθαρίσεων στον δημόσιο τομέα με την κατηγορία στη συνεργασίας με το δίκτυο του Γκιουλέν, που είχε πλέον χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση. Μάλιστα ο νέος υπουργός Εσωτερικών δεν δίστασε να κατηγορήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ενορχηστρωτή του αποτυχημένου πραξικοπήματος, ενώ επανειλημμένα απείλησε και την Ευρωπαϊκή Ένωση με μαζικά προσφυγικά κύματα.

Η παρ‘ ολίγον παραίτηση

Αυτό το αντιδυτικό στίγμα και το προφίλ του „πολιτικού με πυγμή“ τον έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή στον σκληρό πυρήνα του κυβερνώντος κόμματος και τους εθνικιστές εταίρους του.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το επεισόδιο της υποβολής παραίτησης από μέρους του υπουργού Εσωτερικών όταν η αρχική προσπάθεια να επιβληθεί εσπευσμένα καραντίνα λόγω του κορονοϊού κατέληξε σε χαοτικές καταστάσεις. Ο Ερντογάν αρνήθηκε να αποδεχθεί την παραίτηση, ομολογώντας έτσι έμμεσα ότι δεν επιθυμεί να αναμετρηθεί με έναν υπουργό ο οποίος διαθέτει τη δική του βάση εξουσίας, είναι δημοφιλής σε πανεθνικό επίπεδο και αποδεικνύεται αγαπημένος του βαθέος κράτους.

Το αν ο Σοϊλού διατηρήσει τον θώκο του σε επόμενο ανασχηματισμό ή πέσει θύμα της παροιμιώδους καχυποψίας του Ερντογάν για όποιο στέλεχος „εξέχει“ θα μας δώσει και την ασφαλέστερη ένδειξη για το κατά πόσον ο υπουργός Εσωτερικών αποκτά προβάδισμα στον αγώνα διαδοχής. Μέχρι τότε οι υπόγειες μάχες και τα συντροφικά μαχαιρώματα ανάμεσα σε αυτόν και τον κύκλο του Αλμπαϊράκ (που φέρει την ονομασία οι „Πελεκάνοι“) θα συνεχίζονται ακάθεκτα.

Οι οικογενειακές μπίζνες και οι καταγγελίες της Ρωσίας

Το αίμα νερό δεν γίνεται. Και από τους επίδοξους διαδόχους του Ταγίπ Ερντογάν, ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ είναι ο μόνος που με τον ισχυρό άνδρα της Άγκυρας συνδέεται με συγγένεια όχι απλώς πολιτική.

Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι παλιοί. Ο πατέρας του Αλμπαϊράκ, Σαντίκ, υπήρξε δημοσιογράφος και άλλοτε βουλευτής του ισλαμιστικού κόμματος της ευημερίας, από το οποίο προέκυψε με διάσπαση στο γύρισμα του αιώνα το νυν κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1978 και κατάγεται, όπως και ο Ερντογάν, από την περιοχή του Πόντου. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νέα Υόρκη, εκπόνησε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Καντίρ Χας και εργάστηκε ως λέκτορας Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά.

Παντρεύτηκε την κόρη του Ταγίπ Ερντογάν, Εσρά, το 2004, σε μια τελετή την οποία παρακολούθησε μεγάλος αριθμός ξένων ηγετών, και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά.

Το 2006, σε ηλικία μόλις 29 ετών, διορίστηκε γενικός διευθυντής του ιδιωτικού (αλλά στενά συνδεόμενου με τους κυβερνώντες) Calik Holding, όπου παρέμεινε μέχρι τα τέλη του 2013. Επί των ημερών του η Calik ανέλαβε πλήθος έργων, σχετιζόμενων ιδίως με την ανάπλαση παραμελημένων συνοικιών της Κωνσταντινούπολης.

Η κυβερνητική του σταδιοδρομία ξεκίνησε το 2015, με τον διορισμό του στη θέση του υπουργού Ενέργειας, παρά τις αντιρρήσεις, όπως φημολογείται, του τότε πρωθυπουργού, Αχμέτ Νταβούτογλου. Μάλιστα η ανακοίνωση του διορισμού του πραγματοποιήθηκε τη μέρα ακριβώς που η κατάρριψη ρωσικού Suhoi από τουρκικά μαχητικά στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας προκάλεσε μείζονα κρίση στις ρωσοτουρκικές σχέσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η Μόσχα κατηγόρησε το περιβάλλον του Ερντογάν και προσωπικά τον Αλμπαϊράκ ότι εμπλέκεται σε αγοραπωλησίες παρανόμως αντλούμενου συριακού πετρελαίου προς όφελος του „Ισλαμικού Κράτους“.

Το „σκοτεινό άλογο“ της κούρσας

Προτού η κόντρα του Σοϊλού με τον Αλμπαϊράκ κυριαρχήσει στο προσκήνιο, ο Νουμάν Κουρτουλμούς θεωρούνταν ο πιθανότερος διάδοχος του Ερτογάν, μολονότι προσχώρησε στο κυβερνών κόμμα όψιμα „εκ μεταγραφής“. Παραμένει πάντως ακόμη μια „ήρεμη δύναμη“, ικανή να επωφεληθεί των όποιων αδιεξόδων προκύψουν την επόμενη μέρα στο εσωτερικό της παράταξης.

Γεννημένος το 1959 στον Πόντο, ο νυν αντιπρόεδρος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αποφοίτησε από ιεροδιδασκαλείο (ιμάμ χατίπ), προτού συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν στις ΗΠΑ. Δίδαξε οικονομικά, επικοινωνία και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Πολιτεύθηκε με διάφορα παρακλάδια του ισλαμιστικού Κόμματος της Ευημερίας, μετά τη δημιουργία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, στο οποίο εντέλει εντάχθηκε το 2012 με πρόσκληση του Ερντογάν. Το 2014 ορίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Αχμέτ Νταβούτογλου και παρέμεινε στη θέση αυτή και υπό τον Μπιναλί Γιλντιρίμ, κρατώντας για ένα διάστημα το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Του Κώστα Ράπτη