Ποιος είπε ρε φίλε πως η ζωή στρώνεται με ροδοπέταλα; Πως αγκάθια και κακές μάγισσες τριγυρνάνε μόνο σε σελίδες από παραμύθια που μας διάβαζαν οι μαμάδες μας; Η πραγματικότητα είναι αλλιώτικη, πέρα απ’ τα ωραία της, ενέχει μέσα κι απογοητεύσεις, όνειρα που γίνονται στάχτη και το αίσθημα πως χάθηκες σε δαιδαλώδη λαβύρινθο. Συχνά βρίσκουμε τους εαυτούς μας εγκλωβισμένους από ανθρώπους και καταστάσεις, αυτή η αίσθηση πως ασφυκτιούμε δε μας εγκαταλείπει λεπτό κι εμείς, αλαφιασμένοι, ψάχνουμε κάποιον να μας ακούσει ή κάπου να ξαποστάσουμε.

Καταφύγια δεν αποτελούν μόνο τα προσφιλή σε εμάς πρόσωπα, που θα μας ακούσουν και θα επιχειρήσουν να μας κάνουν να αισθανθούμε καλύτερα, αλλά και τοποθεσίες, μέρη που κάναμε δικά μας οπότε χρειαζόμασταν ένα ησυχαστήριο. Ένα τέτοιο μέρος είναι κι οι ταράτσες, αυτό μάλιστα που τις καθιστά τόσο ξεχωριστές σε σχέση με άλλες τοποθεσίες είναι το πλεονέκτημα που προσφέρουν στον επισκέπτη. Βρίσκεσαι ινκόγκνιτο σε ένα μέρος ασφαλές, αποκομμένο απ’ ό,τι περιβάλλει την ταράτσα, η οποία όμως παράλληλα σου παρέχει την τέλεια οπτική επαφή με το καθετί και τον κάθε περαστικό, με εσένα σε ρόλο αφανή παντοκράτορα.

Παίρνεις τη θέση σου, αράζεις στο αγαπημένο σημείο με τα πόδια να προεξέχουν απ’ το υπόστεγο και να χτυπάνε ρυθμικά, και μαζί με τον καπνό απ’ το τσιγάρο ρουφάς αχόρταγα και τις εικόνες γύρω σου, τις κάνεις δικές σου, να γεμίζουν τα κουτάκια του μυαλού, κι εσύ να μη σταματάς. Όλες αυτές οι πολυκατοικίες φωταγωγημένες μέσα στη νύχτα να σε περιτριγυρίζουν, κτήρια γεμάτα από ανθρώπους, άλλοτε άδειους κι άλλοτε αφύσικα πλήρεις από αγάπη, τρέλα κι όρεξη απίστευτη να ζήσουν. Παρακολουθείς φιγούρες, μέσα από μισόκλειστα παράθυρα, να βαδίζουν μέσα στον χώρο ανυπόμονα, νευρικά ή και με μια γλυκιά προσμονή. Αρχίζεις και πλάθεις σενάρια στο μυαλό σου και φτιάχνεις ιστορίες με ήρωες τους μυστήριους ενοίκους.

Αφού συνειδητοποιήσεις πως αρκετά πλανήθηκε ο νους σου εκεί, σαλπάρεις για άλλο ταξίδι. Βάζει πλώρη η σκέψη σου για άλλα μέρη, εξαπλώνεται πάνω απ’ την πόλη. Γίνεσαι ένα μαζί της, υψώνεσαι από πάνω της κι αφήνεις ελεύθερη την ύπαρξή σου. Αποβάλλεις τον πόνο σου, ό,τι ροκανίζει την ψυχή σου κι αφήνεις ό,τι σε πλήγωσε πίσω.

Ορισμένες φορές η διαδικασία θα ‘ναι αθόρυβη, θα περνά ανεπαίσθητα, κι άλλες φορές θα δώσεις υπόσταση στον κλέφτη της γαλήνης και της ευτυχίας σου, εσύ θα τον ξορκίσεις φωνάζοντας. Ξέσπασες, ίσως όχι ολοκληρωτικά αλλά έστω ένα βάρος θα σου έφυγε.

Αφήνεις τον εαυτό σου να αφεθεί, γίνεσαι παρατηρητής την ώρα που στέκεσαι εκεί πάνω. Αντιλαμβάνεσαι, καθώς βλέπεις τα μυριάδες συμπλέγματα κτηρίων, τους στριφογυριστούς δρόμους που ενώνονται και χωρίζονται, πως δεν είσαι παρά μια κουκκιδίτσα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες σε αυτό το χάος που υπάρχουμε. Βλέπεις τη μέρα να διαδέχεται τη νύχτα, δεν είσαι μόνος, ξέρεις, όσο πεπεισμένος κι αν είσαι γι’ αυτό.

Όταν νιώσεις πως το οξυγόνο λιγοστεύει, ότι το αδιέξοδό σου σε έχει απορροφήσει, να πας εκεί όπου νιώθεις ασφάλεια. Διάλεξε το δικό σου καταφύγιο, τη δική σου ταράτσα με τον σκοτεινό ουρανό και τα όμορφα ξημερώματά της, με τον ήλιο να υπόσχεται πως κάτι τελειώνει για να ξεκινήσει κάτι άλλο, καλύτερο.