Για ολόκληρες χιλιετίες, οι Μάγια παρήγαγαν λατέξ και παρεμφερείς ουσίες που προέρχονταν από συγκεκριμένα φυτά, τα οποία ευδοκιμούσαν στις περιοχές του Μεξικό και της Γουατεμάλας. Τα επονομαζόμενα από την αρχαία φυλή της κεντρικής Αμερικής και ως chicle φυτά, έβγαζαν μία μαλακή και συνεκτική ουσία, κατάλληλη μεταξύ άλλων και προς μάσηση. Αυτή μάλιστα καταπολεμούσε την πείνα, φρέσκαρε την αναπνοή και διατηρούσε καθαρά τα δόντια. Οι Μάγια είχαν καθιερώσει το μάσημα της τσίχλας σχεδόν σαν έθιμο. Εκτός από αυτή την ουσία βέβαια, συνήθιζαν να μασούν ακόμη φύλλα κόκας και καπνού – εν αντιθέσει με αυτά, η πρωτόγονη μορφή τσίχλας ήταν λιγότερο εθιστική.

Το εν λόγω μυστικό των Μάγια, θα παρέμενε μυστικό για πάντα, αν δεν υπήρχε ο Μεξικανός Antonio de Padua María Severino López de Santa Anna y Pérez de Lebrón. Εν συντομία, ο Santa Anna, ο οποίος ήταν στρατιωτικός και πολιτικός που έλαβε μέρος στις μάχες της επανάστασης του Μεξικό, παίρνοντας όμως το λάθος μέρος, εκείνο των Ισπανών κατακτητών. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι πέρασε στην ιστορία για τους λάθος λόγους, μένοντας γνωστός ως ο Ναπολέοντας της Δύσης. Το 1869 και σε ηλικία 75 ετών, ο Santa Anna ζούσε στο Long Island των ΗΠΑ -τότε ένα χωριό ψαράδων και αγροτών- και επιθυμούσε να συγκεντρώσει χρήματα ώστε να ανακαταλάβει και πάλι το Μεξικό, του οποίου είχε υπάρξει δικτάτορας για αρκετά χρόνια.

Θυμήθηκε την ιστορία που ήθελε τις αυτόχθονες φυλές που ζούσαν πριν περίπου 2.000 χρόνια στα νότια της χώρας του και παρήγαγαν διάφορες ουσίες από δέντρα. Συναντήθηκε λοιπόν με τον Αμερικανό εφευρέτη Thomas Adams και του περιέγραψε την κατάσταση, τονίζοντάς του ότι και οι δύο θα μπορούσαν να γίνουν πλούσιοι, αν κατόρθωναν να μετατρέψουν την τσίχλα σε φτηνό υποκατάστατο του καουτσούκ και των ελαστικών. Πράγματι, οι δύο τους προμηθεύτηκαν τεράστιες ποσότητες τσίχλας και ο Adams πειραματίστηκε με το υλικό για περισσότερο από ένα χρόνο, χωρίς όμως κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τότε, του ήρθε η μεγάλη ιδέα: Αφού οι Μάγια μασούσαν αυτό το πράγμα, τότε γιατί να μην κάνουν το ίδιο και όλοι οι υπόλοιποι; Διαμόρφωσε λοιπόν την πρώτη ύλη σε αυτοσχέδιες τσίχλες που θύμιζαν αρκετά τις σημερινές και τις έριξε στη αγορά αρχικά με την ονομασία „Τσίχλες Adams“ και έπειτα με την πολύ πιο εμπορική „Blackjack“, οι οποίες περιείχαν εκτός από ζάχαρη και γεύση γλυκόριζας. Το προϊόν σημείωσε τεράστια επιτυχία. Διαθέτονταν αρχικά σε φαρμακεία και μετά σε όλο και περισσότερα είδη επιχειρήσεων.

Μπορείς στις ΗΠΑ οι τσίχλες να γνώρισαν ημέρες δόξας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στον υπόλοιπο κόσμο όμως έγιναν γνωστές μερικές δεκαετίες αργότερα. Πιο συγκεκριμένα, κατά την περίοδο του Β‘ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Αμερικανοί στρατιώτες προμηθεύονταν μεγάλες ποσότητες, που τους βοηθούσαν τόσο στη στοματική υγιεινή και στη λειτουργία του στομαχιού όσο και σαν μία ευχάριστη συνήθεια στις ανάπαυλες των μαχών. Οι τσίχλες ταξίδεψαν με αυτό τον τρόπο στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού και σύντομα εξελίχθηκαν σε παγκόσμιο trend.

Αξίζει να αναφερθεί ότι „πατέρας“ της τσιχλόφουσκας θεωρείται ο λογιστής Walter Diemer, ο οποίος εργάζονταν στην εταιρεία παραγωγής τσίχλας Fleer, κατά τη δεκαετία του 1920. Η περιέργειά του τον ώθησε να πειραματιστεί τυχαία με την πρώτη ύλη, προσαρμόζοντας σε αυτή ένα σιρόπι από αλατόνερο. Δυστυχώς για τον ίδιο, δεν κατοχύρωσε ποτέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και δικαιώματα για το προϊόν.