Αν χρειαζόταν να περιγράψουμε με λίγες λέξεις μόνο την Ελλάδα οι περισσότεροι θα επιλέγαμε κάποιες από τις παρακάτω: ήλιος, θάλασσα, λευκό, μπλε, ίσως κάποιον ποιητή όπως τον Ελύτη που δημιούργησε πάνω σε αυτά. Ίσως όμως και να επιλέγαμε λέξεις όπως: φιλοξενία ή φιλότιμο που υπάρχουν μόνο στην ελληνική γλώσσα και οι έννοιές τους δε μεταφράζονται σε καμία άλλη. Ερμηνεύονται μονάχα κατά προσέγγιση μα και πάλι αλλοιώνεται το νόημά τους.

Όλα αυτά ωστόσο μπορούν συμπυκνωμένα να βρεθούν μέσα στην ελληνικότατη λέξη νησί. Θα βρεις επίσης και πολύ λευκό. Είναι παντού τριγύρω σου στα σπίτια, στις εκκλησίες. Με μικρές μπλε λεπτομέρειες στις πόρτες ή στα παράθυρα που συνθέτουν έναν πίνακα ζωγραφικής περνώντας το απόλυτο μίνιμαλ στοιχείο. Μα πέρα από τα σπίτια, υπάρχουν και οι άνθρωποι. Σε όποιο νησί κι αν τύχει να βρεθείς δεν υπάρχει περίπτωση να μη συναντήσεις έναν κάτοικο ντόπιο που πρόθυμα θα θελήσει να σου δείξει τον τόπο του, να σε ξεναγήσει, να σε κάνει να αισθανθείς κι εσύ ότι ανήκεις εκεί, ότι είσαι ένας από εκείνους, ένας νησιώτης.

Πώς είναι όμως να είσαι όντως νησιώτης κι όχι απλώς ταξιδιώτης σε ένα νησί; Εδώ οι διαφορές είναι μεγάλες. Η ζωή στο νησί έχει πολλά θετικά, ιδίως το καλοκαίρι, τα ίδια όμως τα πλεονέκτημα αυτά γίνονται μειονεκτήματα τον χειμώνα. Αρχικά, δεν είναι λίγες οι φορές που τα κομμάτια γης που περιτριγυρίζονται από θάλασσα αποκόπτονται από τον υπόλοιπο κόσμο. Η θάλασσα και ο αέρας γίνονται αιτίες του αποκλεισμού αυτού και σε καθιστούν ανίκανο να φύγεις από εκεί, ακόμα κι αν υπάρχει επιτακτική ανάγκη. Οπότε μένοντας σε ένα νησί το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις είναι η υπομονή. Μην έχοντας την εναλλακτική της πόλης με τους άπειρους δρόμους και τις λεωφόρους, αναγκάζεσαι να περιμένεις την άρση του απαγορευτικού θαλάσσιου ή εναέριου σαν άλλη Πηνελόπη κι εσύ, που περίμενε μεν, άλλο πράγμα δε.

Έπειτα, στο νησί τον χειμώνα επικρατεί ηρεμία. Δεν έχεις πολλές επιλογές. Δεν υπάρχει πολυτέλεια. Εδώ θα βρεις μόνο τα απαραίτητα, τα απολύτως αναγκαία, τίποτα το περιττό. Ούτε πολυσύχναστες καφετέριες, ούτε κοσμικά πάρτι, ούτε πολυτελή εστιατόρια ή πολυκαταστήματα. Έτσι μαθαίνεις, αναγκαστικά, να είσαι αυτάρκης κι απλός. Αυτά κι αν είναι προσόντα.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της ζωής σε ένα νησί είναι η αντίθεση που ζεις λόγω της μετάβασης από την καλοκαιρινή περίοδο με το συνωστισμό, τους έντονους ρυθμούς, την πολύωρη εργασία και την πολυκοσμία στη χειμερινή περίοδο με την ερημιά, τους ήπιους σχεδόν νωχελικούς ρυθμούς και τη σιωπή. Αυτή η εναλλαγή είναι ό, τι πιο δύσκολο. Σχεδόν δε συνηθίζεται όμως πάντα μα πάντα έχει ένα θετικό αποτέλεσμα, την ενδοσκόπηση. Αυτή η ανισορροπία που σου δημιουργούν οι εξωγενείς παράγοντες σε ωθούν να ψάξεις να βρεις την ισορροπία που χρειάζεσαι μέσα σου, σε ωθούν να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, να τον τοποθετήσεις στη θέση που πραγματικά θέλεις, σε μια θέση που δε θα κλονίζεται από τις αλλαγές, μόνο θα προσαρμόζεται ανάλογα με τον καιρό.

Παρ’ όλα αυτά ή καλύτερα για όλα αυτά η ζωή στο νησί είναι όμορφη. Τα προβλήματα υπάρχουν, οι δυσκολίες είναι παρούσες, οι στιγμές εγκλωβισμού είναι πολλές μα με έναν τρόπο απόλυτα φυσικό, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια το νησί σε αποζημιώνει. Σε αποζημιώνει το πρωί που θα πας να πάρεις τον καφέ σου και θα είναι έτοιμος πριν το ζητήσεις. Τι υπέροχη οικειότητα.

Σε αποζημιώνει με την καλημέρα που θα ανταλλάξεις και θα έχει μέσα της χαμόγελο. Κι αν αυτό μια μέρα λείψει όλο και κάποιος θα το παρατηρήσει. Θα νοιαστεί. Θα σε αποζημιώσει όταν θα νομίζεις ότι έχεις αργήσει στη δουλειά μα ο δρόμος θα είναι άδειος και τελικά θα κάτσεις να πεις και δύο κουβέντες με τους συναδέρφους σου. Θα σε αποζημιώσει με την απουσία αναμονής στην τράπεζα ή στην εφορία. Θα σε αποζημιώσει με τη μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα και με το ουράνιο τόξο που το βλέπεις, καθαρά, μια πολύχρωμη καμπύλη να χαμογελάει μετά από κάθε μπόρα. Σε αποζημιώνει το νησί και σε κρατάει αιχμάλωτο, μα χωρίς αλυσίδες. Όπου κι αν πας, το νησί το έχεις στην καρδιά σου. Το νησί δεν είναι μια λέξη. Το νησί είναι συναίσθημα.