Τις περισσότερες φορές φταίει ο θύτης. Φταίει αυτός που σαγήνεψε, αυτός που εξαπάτησε, αυτός που καταχράστηκε, αυτός που ποδοπάτησε, αυτός που δε σεβάστηκε, αυτός που παραπλάνησε, αυτός που ίσως και να εκβίασε, αυτός που εισέβαλε χωρίς πρόσκληση, αυτός που προκάλεσε κι αυτός που χωρίς δικαίωμα, με το «έτσι θέλω», εγκαταστάθηκε.

Μα κάπου, κάπως, θα φταίει και το θύμα. Κάπου, κάπως, θα ήταν εύκολο να το παραμυθιάσεις, να το σαγηνέψεις, να το εξαπατήσεις, να το ποδοπατήσεις και να μην το σεβαστείς. Κι όχι πως το αξίζει, όχι πως επιτρέπεται, όχι πως είναι το σωστό. Μα είναι γεγονός. Μα είναι αλήθεια.

Κι αν κάποιος θέλει να παραμυθιαστεί, τότε δεν υπάρχει ευκολότερο στον κόσμο απ’ το να τον ταΐσεις παραμύθιασμα. Και σου το υπογράφω πως, αν όχι από ‘μένα ή από ‘σένα, από κάποιον θα παραμυθιαστεί. Γιατί; Γιατί στους ανθρώπους αρέσουν τα εύκολα θύματα, οι εύκολοι στόχοι και τα εύκολα θύματα κι οι εύκολοι στόχοι αρέσκονται στο να είναι στοχευμένοι -συνειδητά ή μη.

Θα σαγηνευτούν μ’ ένα βλέμμα, με μια μικρή ατάκα, δε θα ζητήσουν εξηγήσεις, θα ντραπούν –κι οι θύτες ιντριγκάρονται με την ντροπή–, θα σκύψουν το κεφάλι και θα κοκκινίσουν τα μάγουλα στο πρώτο πρόστυχο σχόλιο. Κι ύστερα θα δεχτούν ένα ποτό κερασμένο, έναν χορό φωτιά ολόκληρη, θα δεχτούν να τους πας σπίτι. Θα σαγηνευτούν μ’ ένα μπούστο κι ένα κόκκινο κραγιόν, με δυο σπινθηροβόλα μάτια, μ’ ένα άσπρο πουκάμισο. Δε θα ρωτήσουν γιατί έλαβαν λουλούδια, δε θα ασχοληθούν γιατί κερνάς σοκολατάκια. Θα αγαπήσουν την καλημέρα σου το πρωί και την καληνύχτα σου το βράδυ κι ούτε θα σκεφτούν πως εσύ το ‘χεις για ευκολάκι.

Κι εσύ, που τις καλημέρες και τις καληνύχτες σου τις πετάς σαν αντικλείδια στην ίδια κλειδαριά, θα σ’ αρέσει. Γιατί τσίμπησε εύκολα, γιατί μαγειρεύει καλά, γιατί το σπίτι είναι δίπλα και δε χρειάζεται να ξεβολεύεσαι. Μα δε φταις, φταις;

Ήταν εύκολος στόχος. Ας πρόσεχε. Τι σε νοιάζει εσένα; Ή σε νοιάζει; Θα κοιμάσαι ήσυχα τα βράδια -ή μήπως όχι; Μάλλον ναι. Γιατί χέστηκες. Ή μάλλον νοιαζόσουν, αλλά την έπαθες κι εσύ, κι έτσι από τότε έγινες κι εσύ πιο άγριος κι απ’ τους άγριους.

Μα δε φταίει κανείς απ’ τους δυο, αν με ρωτάς. Φταίει ο συνδυασμός. Ο ακατάλληλος άνθρωπος που σου έλαχε, την πιο ακατάλληλη στιγμή, σε ένα μέρος ακατάλληλο. Έτσι μου έμαθαν τελευταίως. Να τα ρίχνω στη μοίρα για να ‘χω ήσυχο το κεφάλι μου. Μα μπορεί να φταίνε κι οι δύο. Εσύ που παραμυθιάστηκες με το τίποτα, γιατί θα έπρεπε να ξέρεις καλύτερα, κι εσύ που παραβίασες τους κανόνες επειδή ο απέναντι ήταν ένας εύκολος στόχος.

Δεν ξέρω να σου πω, αλήθεια. Ό,τι και να πω, άλλωστε, δε θα ‘ναι αρκετό για να σου περιγράψω την κακομοιριά αυτού που καταχράται εξουσία συναισθηματική, αυτού που με το «έτσι θέλω» εισχωρεί σε ζωές και τις καταστρέφει σαν να ήτανε, θαρρείς, δικές του για να τις κάνει ό,τι θέλει. Μα ό,τι και να πω, δε θα μπορέσω να καταγράψω με λέξεις τη δυστυχία αυτού που τον καταπατούν, που του σπάνε αισθήματα και του κόβουν φτερά με την άδειά του.

Δεν μπορώ να βγάλω φταίχτες κι αθώους. Δεν υπάρχουν, άλλωστε. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που επιλέγουν, που παθαίνουν και μαθαίνουν ή που δε μαθαίνουν ποτέ.