Τελικά η λέξη <<Φασίστας>> έγινε συνώνυμο του <<μαλάκα>> στον Έλληνα. Μία λέξη, ένας ορισμός που ελαφρά τη καρδία την πετάς αβίαστα χωρίς να κινδυνεύεις να εμπλακείς σε ρητορική μίσους αλλά και χωρίς να χρειαστεί να αιτιολογήσεις με σωστά επιχειρήματα, τα οποία κατά πλείστον δεν διαθέτεις.

Απλά κάνεις τον όρο <<Φασίστας>>, μία καθημερινή λέξη, έναν καθημερινό όρο που χρησιμοποιείται ευρέως καθημερινά. Μήπως για να κάνεις καθημερινότητα τον Κομμουνιστοφασισμό;  Διότι στοιχεία Φασισμού υπάρχουν και αριστερά και δεξιά.

Κάπως έτσι δικαιολογούνται και οι πιο αυταρχικές, ολοκληρωτικές και ισοπεδωτικές ιδεολογίες που κόστισαν τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους και τώρα επιστρέφουν να εισχωρήσουν στην κοινή συνείδηση ως αναγκαία κακά (π.χ. σταλινισμός). Έτσι νομιμοποιείται το αιματηρό και απάνθρωπο παρελθόν τους ως κάτι το καθημερινό.

Το γεγονός να πετάει κάποιος απλόχερα χωρίς αυτοσυγκράτηση τον όρο <<Φασίστας>>  δεν είναι τωρινή διαπίστωση.

Ήδη από το 1944, έναν χρόνο πριν από την λήξη του Β´Παγκοσμιου Πολέμου, 1 χρόνο πριν την συντριβή των φασιστικών δυνάμεων, ο Τζώρτζ  Όργουελ έγραφε ότι ο όρος φασισμός έγινε συνώνυμο του αντιπαθητικού ή του Νταή και χρησιμοποιείται αδιακρίτως για κάθε αντίπαλο.

Στην Ελλάδα την λέξη <<Φασίστας>> δεν την ανακάλυψαν ούτε την δεκαετία του `20, ούτε του `40, αλλά το 1973 όπου έπειτα από 7 χρόνια έντιμου βίου, όλοι μεταμορφώθηκαν σε αντιδικτατορικούς. Έκτοτε, πας μη αριστερίζων, εστί Φασίστας.

Γι αυτόν τον λόγο αγαπητέ μου δεν με θίγει αν με αποκαλείς <<Φασίστα>>.

Με θεωρείς αντιπαθητικό; Δεν επιδιώκω να αρέσω σε όλους,

Με κατατάσσεις στους νταήδες; Δεν είπα ποτέ ότι είμαι τέλειος.

Νιώθεις κόμπλεξ απέναντί μου; Ψάξε ψυχολόγο.

Αλλά προπαντός, βρες έναν σωστό όρο να με προσδιορίσεις.