Πήρε μια βαθιά ανάσα, λες κι είχε να ανασάνει ώρα. Πίσω της έκλεισε η πόρτα του μαγαζιού που βρισκόταν και μαζί της έκλεισε η βαβούρα, η δυνατή μουσική κι ο καπνός, έγιναν παρένθεση. Η ανακούφιση που ένιωθε αυτή τη στιγμή ήταν απερίγραπτη, τόση που την προβλημάτισε. «Γιατί δεν μπορώ να χαλαρώσω; Γιατί δεν μπορώ να απολαύσω ένα ποτό με τους φίλους μου, γιατί πρέπει να ελέγχω τα πάντα γύρω μου;», σκέφτηκε. Βυθίστηκε στις σκέψεις τις. Η νύχτα ήταν δροσερή μα το τοπίο γύρω της φάνταζε αφιλόξενο. «Τέλεια, σαν το ψυχικό μου κόσμο», ψιθύρισε. Κούμπωσε το σακάκι και ξεκίνησε να περπατά, όχι προς το αυτοκίνητό της όμως, προς την αντίθετη κατεύθυνση, χωρίς να έχει προορισμό απλά ήθελε απεγνωσμένα περίπατο στα σοκάκια της πόλης.

Μερικές φορές ξεχνάμε ότι η ψυχανάλυση δε γίνεται μόνο πίσω από κλειστές πόρτες στο γραφείο ενός ψυχαναλυτή, μερικές φορές μια βραδινή βόλτα στην πόλη είναι η καλύτερη ψυχανάλυση. Το κεφάλι ήταν σκυφτό και παρακολουθούσε τα παπούτσια της, το ένα μετά το άλλο, μετρημένα, ισορροπημένα βήματα αλλά πάλι θύμωσε με τον εαυτό της, για τον αυστηρό υπολογισμό ακόμη και στο βάδισμα. Σήκωσε το κεφάλι και άρχισε να απορροφά τις εικόνες που κινούνταν αργά δίπλα της, λες και το σώμα ήταν ακίνητο και τα παλιά κτήρια κινούνταν όλα προς το μέρος της, αντί αυτή προς αυτά.

Το παλιό κτήριο μπροστά ήταν εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια, με ξύλα και σίδερα να κρατάνε κλειστά τα σημεία που κάποτε υπήρχαν ψηλές, επιβλητικές πόρτες. Τα μπαλκόνια του είχαν μαράνει, κάποτε στεκόντουσαν ένδοξα, περήφανα, τώρα απλά σκουριασμένα. Ξαφνικά όμως, πήραν ζωή, σαν να κινήθηκαν, άστραψαν και πήραν σχήμα αλόγων που κάλπαζαν προς το μέρος της όλο και πιο έντονα. Το βάδισμα άλλαξε ρυθμό, έγινε ρυθμικό, ακανόνιστο, σαν να έχασε κι ένα δύο βήματα, έκανε και μια στροφή αργή, σαν να ήταν στο κέντρο του κύκλου και γύρω τα κτήρια χόρευαν για πάρτη της, την επευφημούσαν.

Σταμάτησε απότομα. Ο ξέφρενος χορός του μυαλού της κόπηκε από μια παρέα που πειράζονταν και γελούσαν δυνατά. Ντράπηκε λίγο μήπως την είδαν και την πέρασαν για τρελή, οπότε πήρε λίγο σοβαρό ύφος καθώς την προσπερνούσαν. Ήταν έφηβοι, γεμάτοι ζωή κι η νύχτα γι’αυτούς ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της, αυτή την αίσθηση της μετάγγισαν. Μόλις τους πέρασε της ξέφυγε ένα χάχανο και γύρισε πίσω της για μερικά δευτερόλεπτα να δει μπας και τα άλογα κάλπαζαν και γι’αυτούς αλλά όχι τελικά, ολόδικό της ήταν το σόου.

Η επόμενη στροφή ήρθε λίγο απρόθυμα, λες κι αν άλλαζε δρόμο θα άλλαζε η διάθεσή της. Ο δρόμος πλατύς τώρα και το αεράκι λίγο πιο κρύο, έσφιξε λίγο το σάλι στο λαιμό. Στα επόμενα βήματα ο ορίζοντας μπροστά άνοιξε λίγο και στο βάθος του εμφανίστηκε ο μιναρές, χαρακτηριστικό της πόλης κι ίσως όλης της παιδικής της ηλικίας. Για πολλούς σύμβολο κατακτητή, για την ίδια όμως ο μιναρές ήταν σαν ένας πατέρας που υψωνόταν πιο ψηλά από τα παιδιά του, πιο ψηλά από σπίτια φτωχικά, σπίτια ανάγκης,  σπίτια που ήταν λες κι είχε υπό την προστασία του. Ο μιναρές ήταν μαυρισμένος από τη σκόνη και το καυσαέριο αλλά δεν ήταν εκεί για να προσδώσει ομορφιά, ήταν εκεί ως σύμβολο δύναμης και προσευχής. Αναρωτήθηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που προσευχήθηκε. Το φως από τους ηλεκτρικούς πασσάλους έλουζε το δρόμο κι έκανε τη νύχτα να φαίνεται λιγότερο αφιλόξενη και το φεγγάρι αχρείαστο. Το φεγγάρι ήταν μισό, κι αυτή μισή, «Θες να γίνουμε ένα;». Την ήξερε την απάντηση, πως μισό και μισό δίνουν μισό κι όχι ολόκληρο. «Αναθεματισμένα μαθηματικά, ποτέ δε σας κατάλαβα».

Ξαναέστριψε και μετά ξανά στροφή, ζιγκ-ζαγκ το σώμα. Μόνο το σώμα γιατί το μάτι έβλεπε δεξιά κι αριστερά, έβλεπε πάνω τα μπαλκόνια των σπιτιών που περνούσε. Κάποια μπαλκόνια φωτισμένα που σήμαινε πως τα σπίτια δεν είχαν ενδώσει στη νύχτα ακόμα, άλλα σκοτεινά, παραδομένα στο σκοτάδι. Ίσως κάποιος να καθόταν στο σκοτάδι, σκέφτηκε και να πνίγεται σε σκέψεις, σε ποτό ή σε σώμα άλλο από το δικό του. Ρομαντική σκέψη, αν το σκεφτείς. Στο σκοτάδι γίνονται οι πιο όμορφες προσμίξεις. Σκέφτηκε τη δική της πρόσμιξη, σκέφτηκε εκείνη τη νύχτα που περπατούσε σε παρόμοια σοκάκια αλλά σε άλλο σημείο του πλανήτη, σε άλλη πόλη.  Ήταν ερωτευμένη και δεν περπατούσε, σχεδόν πετούσε, πήγαινε να βρει αυτήν που τόσο λαχταρούσε να χαθεί στην αγκαλιά της.

Ήταν ώρα να επιστρέψει. Περπάτησε για ένα μισάωρο αλλά ένιωσε πως περπατούσε όλη νύχτα. Δε βάδιζε απλά στην πόλη, βάδισε σε αναμνήσεις παλιές κι εικόνες που συνόψισαν τη ζωή της. Το αίσθημα της λύπης επανήλθε. «Μέχρι την επόμενη βόλτα στην πόλη», σκέφτηκε.