Άγχος. Μια λέξη που σου προκαλεί από μόνη της άγχος, ειδικά αν ανήκεις κι εσύ σ’ αυτή την ομάδα των μονίμως στρεσαρισμένων που παλεύουν να τα προλάβουν και να τα χωρέσουν όλα μέσα σε μία μέρα και πιέζονται ακόμα κι απ’ τον αέρα που αναπνέουν. Κι είναι πολλοί, είναι ανάμεσά μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι αυτοί που θα αγχωθούν για τη σημερινή μέρα και τις δραστηριότητές τους αλλά και για έναν μήνα ή χρόνο μετά.

Κλείσε τα μάτια σου, πάρε μια ανάσα, προσπάθησε να ηρεμήσεις και κάνε εικόνα εσένα σε έναν παράξενο πλανήτη όπου τριγύρω σου όλα κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα∙ άνθρωποι, πράγματα, μέσα, σκέψεις, όλα. Τι σύμπτωση τώρα που το ξανασκέφτομαι! Άνοιξε τα μάτια σου, τελικά, γιατί δεν απέχει και πολύ αυτή η φρίκη απ’ την καθημερινότητά μας. Το χάος δεν έχει και τεράστια απόκλιση απ’ τον κόσμο μας, απ’ την ίδια μας τη ζωή.

Και δε φτάνει που μας πιέζουν παράγοντες ψυχολογικοί, οικογενειακά, επαγγελματικά κι έρωτες, είναι κι αυτές οι καθημερινές και σχεδόν αστείες καταστάσεις άγχους που προκαλούμε μόνοι μας στον εαυτό μας. Βιαζόμαστε να περάσουμε γρήγορα το φανάρι πριν ανάψει κόκκινο ανθρωπάκι και χρειαστεί κανείς να μας κορνάρει. Τρέχουμε να ανοίξουμε στον ντελιβερά και να τον πληρώσουμε αμέσως, να μην καθυστερήσουμε δευτερόλεπτο, να μην περιμένει -αμελώντας αν βγαίνουμε έξω απ’ την πολυκατοικία με διαφορετικές κάλτσες και σαγιονάρα. Κι ύστερα πρέπει να βάλουμε γρήγορα τα ψώνια στη σακούλα στο σούπερ μάρκετ ή να πούμε απνευστί την παραγγελία μας και να πληρώσουμε αμέσως μόλις μας πει ο ταμίας.

Είναι η φάση που δε θες με τίποτα να αργήσεις, πρέπει οπωσδήποτε να φτάσεις στην ώρα σου (ιδανικά και νωρίτερα) στο ραντεβού των εφτά (κι ας είναι για να βρεθείς απλά με το κολλητάρι σου), κι έτσι ξεκινάς μία ώρα πριν για να ‘σαι καλυμμένος ό,τι κι αν προκύψει. Ε, κι απ’ το τόσο άγχος, πού καθαρό μυαλό, στα μισά συνειδητοποιείς πως ξέχασες το πορτοφόλι σου απ’ τη βιασύνη σου και τρέχεις πάλι πίσω.

Παίρνεις το πορτοφόλι σου και ξαναφεύγεις, μα κάνεις δέκα βήματα μπροστά και συνειδητοποιείς πως τώρα άφησες το κινητό σου για να ανέβεις και να το βρεις, τελικά, στην τσέπη σου ή την τσάντα σου. Πριν φύγεις, τσεκάρεις, έτσι για σιγουριά, και τον θερμοσίφωνα και ξέρεις πως θα πρέπει να κάνεις το ίδιο και με τα μυαλά σου από ‘δω και πέρα. Κι ενώ όλο αυτό σου πήρε ένα τέταρτο, εσύ συνεχίζεις να κάνεις αγώνες δρόμου και να φτάνεις στο ραντεβού σου και πάλι πρώτος μα καταϊδρωμένος μέσα σε μια διαρκή αγωνία.

Μεταξύ μας, το άγχος μόνο χέρι βοηθείας δε σου προσφέρει, παρά μόνο σου προσθέτει χιλιάδες λόγους να ανησυχείς και να μη ζεις ποτέ τη στιγμή σκεπτόμενος διαρκώς την επόμενη και τη μεθεπόμενη. Ξέρεις, όλα ξεκινάνε απ’ το μυαλό κι εσύ είσαι αυτός που πραγματικά μπορεί να  βάλει μια τελεία στο κακό άγχος και να το διατηρήσει μόνο στα όρια του φυσιολογικού, του παραγωγικού, εκείνου που σε ενεργοποιεί και σε κάνει υπεύθυνο.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο αν κουβαλάς πάνω σου μια τέτοια χρόνια κατάσταση κι έχεις μάθει να αγχώνεσαι σαν τον λαγό με το ρολόι απ’ την «Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων», όμως δεν είναι κι αδύνατο το αποβάλεις για να μπορέσεις να σου προσφέρεις μια ποιοτικότερη κι αποτελεσματικότερη καθημερινότητα.

Εδώ μπορεί να μην είναι η Χώρα των Θαυμάτων για μπορείς ν’ αντιγράψεις μ’ επιτυχία τον λευκό λαγό, είναι όμως ο δικός σου κόσμος και θέλουμε να παραμείνει εξίσου μαγικός και πάνω απ’ όλα να κοιμάσαι και να ξυπνάς ήρεμος μέσα σ’ αυτόν, ξέροντας πως όλα θα γίνουν -ακόμα κι αν πάρεις μια ανάσα.

Θα περάσεις και το φανάρι στην ώρα του, θα πληρώσεις και τον ντελιβερά, θα βάλεις τα ψώνια στη σακούλα, θα πεις και την παραγγελία σου και μετά θα πληρώσεις και τον ταμία. Θα ‘σαι στην ώρα σου στο ραντεβού των εφτά και δε χρειάζεται να πρωταγωνιστείς άλλο σε αγώνες δρόμου. Μα ακόμα κι αν καθυστερήσεις λιγάκι, δε χάθηκε κι ο κόσμος. Θα καταλάβουν, γιατί κι εκείνοι στο ίδιο αγχώδες χάος ζουν.

Αρκεί να καταλάβεις πως τέτοιες καταστάσεις είναι μικρές μπροστά στ’ αληθινά σημαντικά της ζωής, δε χρειάζεται έξτρα πανικός κι εν πάση περιπτώσει κανένας ντελιβεράς δε θέλει να σε βλέπει άλλο με κάλτσα και σαγιονάρα, γι’ αυτό πάρε τα μέτρα σου.