Το συναίσθημα που σε κάνει να θέλεις να βρεθείς έξω απ’ το σπίτι του άλλου. Το συναίσθημα που σε κάνει να θέλεις να στείλεις αυτό το «λείπεις». Το συναίσθημα που σε κάνει να πάρεις αυτό το χριστουγεννιάτικο στολίδι για τον άλλον. Το συναίσθημα που σε κάνει να γυρίζεις με δώρα απ’ τις διακοπές σου, σκεπτόμενος μοναχά ένα άτομο. Το συναίσθημα που σε κάνει να θέλεις να δώσεις ασυνείδητα, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα. Να θέλεις να δώσεις χωρίς λόγο. Να θέλεις να δώσεις, κι ας μη σε δεχτούν, κι ας πληγωθείς. Αυτό το παράξενο, λοιπόν, συναίσθημα. Ο έρωτας.

Γενικά, ιδιαίτερος. Ίσως απ’ τα πιο αλλόκοτα συναισθήματα. Σίγουρα ένα απ’ τα πιο αγνά που βιώνουμε κατά την ύπαρξή μας. Το αίσθημα που μας κάνει να ξεπερνάμε την ύπαρξή μας. Το μόνο που ρέει από βαθιά μέσα μας, με απολυτή καλοσύνη. Η μόνη στιγμή στη ζωή μας που δεν περιμένουμε ανταπόδοση. Κάπως ειρωνικό, αλλά μπορούμε να εναποθέσουμε όλα μας τα συναισθήματα σε κάποιον, χωρίς να περιμένουμε κάποιο αντάλλαγμα. Χωρίς να μας απασχολεί το αν θα εκτιμηθούν οι πράξεις μας, απλά θα ακολουθήσουμε τα μονοπάτια της καρδιάς μας.

Ξεκινάει ως κάτι μαγικό. Μια απολυτή χημική αντίδραση, όταν είναι αμφίδρομο. Όμως τα τόσο έντονα συναισθήματα, οι τόσο μεγάλες εκρήξεις, επιφέρουν αναλόγως τόσο μεγάλες καταστροφές. Το πάθος συνήθως ντύνεται με φωτιά και μας μετατρέπει σε στάχτες. Και το θέμα είναι πως αυτές οι στάχτες μπορεί να έχουν μετατραπεί στην αλήθεια μας. Αυτές οι στάχτες μπορεί να είναι η σχέση μας. Και δεν τολμούμε να βγούμε από αυτές.

Κι έτσι, ο φόβος γίνεται το καθημερινό μας θέατρο. Και ντύνουμε αυτό το αγνό συναίσθημα με ψέματα. Και δε θέλουμε να το παραδεχτούμε καν στον εαυτό μας. Κι έτσι κρυβόμαστε από εμάς, σαν μικρά παιδιά. Πίσω από ψεύτικα συναισθήματα, πίσω από ψεύτικες πράξεις. Ψεύτικα τηλεφωνήματα, τάχα, γεμάτα ενδιαφέρον. Ψεύτικα δώρα. Ψεύτικα «σ’ αγαπώ». Πράξεις καθόλου αυθόρμητες. Πράξεις που γίνονται από συνήθεια. Ίσως ακόμα χειρότερα, πράξεις που γίνονται από υποχρέωση κι ενοχή, για κάλυψη.

Υποχρέωση για να διατηρήσουμε αυτό το κάτι. Αυτό το κάτι που καιρό τώρα έχει πεθάνει, αλλά δε θέλουμε να το παραδεχτούμε. Και τότε σπάει αυτή η μικρή γραμμή μεταξύ έρωτα κι εξάρτησης. Και δε μιλάμε πλέον για αυτό το αρχέγονο συναίσθημα, που μας κάνει να θέλουμε να δώσουμε, να γελάσουμε και να χαθούμε στο βλέμμα του άλλου. Μιλάμε για φόβο. Εξαρτιόμαστε από αυτόν τον ανθρώπινο δεσμό. Βολευόμαστε στην ιδέα της αποδοχής. Κι έτσι δε θέλουμε να παραδεχτούμε στον εαυτό μας ότι αυτό το «κάτι» τελείωσε κι είναι ώρα να προχωρήσουμε.

Και δεν είμαι σίγουρη για το πώς ξεκίνησε αυτή η καταστροφή. Ο ομαδικός πνιγμός του αυθορμητισμού κι η μετατροπή του έρωτα σε εξάρτηση και φόβο. Ίσως είναι η προσπάθειά μας να βάλουμε τη σχέση μας σε κάποιο κουτάκι. Να της φορέσουμε κάποια ταμπέλα και να ακολουθήσουμε κανόνες. Και δεν αντιλέγω, είναι στη φύση μας κι επιφέρει ασφάλεια το να οριοθετούμε καταστάσεις. Να τις ονοματίζουμε και να τις ντύνουμε έτσι όπως θέλουμε. Αλλά ο έρωτας ούτε ταμπέλες σηκώνει, ούτε μορφή μπορείς να του δώσεις.

Ο έρωτας είναι η απόλυτη υπέρβαση της φύσης μας. Κι αν δε θέλεις να τον καταστρέψεις, –και μαζί του να καταστραφείς κι εσύ–, αν δε θέλεις να τον μετατρέπεις σε εξάρτηση και σε φόβο, απλά άσ’ τον να υπάρχει. Απλά άσ’ τον να ανθίσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Χωρίς «πρέπει». Χωρίς κανόνες. Χωρίς υποχρεώσεις. Χωρίς καν να προσπαθήσεις να ορίσεις αυτό το «κάτι». Μην του δώσεις όνομα, δε χρειάζεται, αρκεί το βλέμμα του άλλου.

Αγνά κι αληθινά. Κάνε αυτό που νιώθεις, κι ας ξέρεις πως δε θα πάρεις την κατάλληλη ανταπόκριση, μη μαχαιρώνεις τον αυθορμητισμό. Είναι καλύτερα να νιώθουμε πόνο απ’ το απόλυτο τίποτα. Το αντίθετο του έρωτα είναι η αδιαφορία. Οπότε αν το νιώθεις να καίει, άσε τη φωτιά να κάψει το δάσος.

Τα αληθινά συναισθήματα, ο αληθινός αυθορμητισμός ως προς κάποιον, είναι πράγμα τόσο σπάνιο. Αν το νιώσουμε ποτέ μας, ας το ζήσουμε. Κι ας φάμε τα μούτρα μας. Ζήσαμε!