Προτού γεννηθούμε περνάμε εννέα ολόκληρους μήνες στην κοιλιά της μαμάς μας. Εκεί είμαστε προστατευμένοι από όλες τις απόψεις, τρεφόμαστε, μεγαλώνουμε και είμαστε πάντα ζεστοί και ασφαλείς. Η κοιλιά της μητέρας είναι τα πάντα για ένα έμβρυο, αποτελεί τη μόνη του επαφή με τον κόσμο, τόσο τον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό. Η μήτρα του παρέχει ένα περιβάλλον ήσυχο, ζεστό και ασφαλές. Λόγω του περιορισμένου χώρου το έμβρυο, προκειμένου να έχει περισσότερη κινητικότητα, έχει λυγισμένα τα πόδια προς το στέρνο του, μια στάση που χάρη σε αυτό έχει πάρει το όνομα «εμβρυϊκή».

Παρόλο που οι μνήμες μας στον κόσμο αρχίζουν περίπου στην ηλικία των τρεισήμισι ετών, όπως αποδεικνύουν επιστημονικές έρευνες, πολλά από τα ένστικτά μας δημιουργούνται ήδη από πριν γεννηθούμε. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τάση μας για αυτοπροστασία από οτιδήποτε νιώσουμε να μας απειλεί, ακόμη κι αν μιλάμε για κάτι μη οφθαλμοφανές και είτε πρόκειται για φυσικό κίνδυνο είτε για ψυχολογικό, αν και στη δεύτερη περίπτωση οι μηχανισμοί που ενεργοποιούνται είναι αρκετά διαφορετικοί και σίγουρα πιο περίπλοκοι. Όλα ξεκινούν από τη στιγμή της δημιουργίας μας, σε ένα χρονικό πλαίσιο από το οποίο δεν έχουμε μνήμες αλλά έχουμε ένστικτα. Το έμβρυο λοιπόν έχει την άνεσή του στη μήτρα. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί πιστεύουν πως το πρώτο κλάμα του παιδιού αφού έρθει στον κόσμο οφείλεται σε κάποιου είδους ξεβόλεμα. Και βασικά αυτό είναι. Από την ήσυχη και σκοτεινή μήτρα της μητέρας του, στην οποία κανείς δεν το ενοχλούσε, ξεπετάγεται βίαια σε ένα θορυβώδες και φωτεινό περιβάλλον, γεγονός που προκαλεί στο έμβρυο άγχος και ανασφάλεια. Συνεπώς η πρώτη αντίδρασή του είναι το κλάμα διότι επιθυμεί να επιστρέψει στο ασφαλές του περιβάλλον.

Μεγαλώνοντας ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορα προβλήματα στη ζωή. Ίσως να μην είναι λίγες οι φορές που θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Απογοητεύσεις, απώλειες, αποτυχίες, αποχωρισμοί… τα τέσσερα φονικά «Α» τα οποία εμφανίζονται οπλισμένα και με στόχο να πλήξουν την ασφάλειά μας. Ανεπιθύμητα κάθε φορά, αδύνατον όμως να τα αποφύγουμε. Όταν βιώνουμε τέτοιες στιγμές στην ουσία μπαίνουμε σε μια διαδικασία ξεβολέματος. Μας παίρνουν και πάλι απότομα από την τόσο οικεία σε εμάς κατάσταση και μας πετάνε βίαια σε έναν κόσμο αλλιώτικο από το δικό μας. Και μένουμε εμείς σχεδόν μετέωροι να επιθυμούμε να επιστρέψουμε πίσω, αλλά να μην μπορούμε. Ξυπνάνε στην ουσία ακριβώς τα ίδια ένστικτα που νιώσαμε όταν αντικρίσαμε για πρώτη φορά τα φώτα του έξω κόσμου. Συχνό φαινόμενο λοιπόν όταν είμαστε σε μια τέτοια κατάσταση και νιώθουμε τα αρνητικά συναισθήματα να υπερχειλίζουν, κυρίως όταν κλαίμε, είναι ασυναίσθητα να παίρνουμε την ίδια αυτή στάση που έχει το έμβρυο στη μήτρα. Έρευνες έχουν δείξει πως ο λόγος είναι ότι αυτή η αναταραχή στην ψυχολογία μας, μας κάνει να νιώθουμε απροστάτευτοι, αβοήθητοι και μόνοι. Έτσι, αναζητούμε ασυναίσθητα φροντίδα και προστασία, ακριβώς όπως αυτή που είχαμε στην κοιλιά της μαμάς.

Κάθε φορά που μας φέρνει η ζωή δυσκολίες που φαντάζουν ανυπέρβλητες έχουμε την ίδια αντίδραση που είχαμε και όταν γεννηθήκαμε, κλαίμε. Και δεν έχει καμία σημασία αν το κλάμα είναι με δάκρυα, ή αν εκφράζεται σαν μια βουβή θλίψη, το ίδιο και το αυτό. Κλαίμε γιατί το καινούριο περιβάλλον μοιάζει αφιλόξενο. Ο κόσμος που μας περιβάλλει δείχνει επικίνδυνος. Δεν έχει τη ζεστασιά που ελπίζαμε. Έτσι, ασυναίσθητα, επιστρέφουμε σε εκείνη την τόσο μακρινή στιγμή μας και επιζητούμε με τον τρόπο αυτό να βρούμε την ασφάλεια και την ηρεμία των τότε υπέροχων εννιά μηνών που μπορεί να μη θυμόμαστε, αλλά τα ένστικτά μας λένε ότι είχαμε τα πάντα. Ακούγαμε το χτύπο μιας καρδιάς και νιώθαμε γαλήνη και ηρεμία. Και ίσως εν τέλει αυτό να αναζητά ο άνθρωπος όταν λέει τη λέξη «ευτυχία». Τον ήχο και το χτύπο της καρδιάς σε ρυθμούς που δηλώνουν με κάθε τρόπο ασφάλεια.