Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες είναι «τεράστιες», δήλωσε χθες ο διευθύνων σύμβουλος της Commerzbank, της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της Γερμανίας, καθώς η τράπεζα προσπαθεί να μειώσει τις δαπάνες της απολύοντας χιλιάδες υπαλλήλους της και κλείνοντας το ένα πέμπτο των καταστημάτων της. «Αρνητικά επιτόκια δανεισμού, περισσότεροι κανονισμοί, μια ασθενέστερη οικονομία και σκληρός ανταγωνισμός… Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες είναι τεράστιες», είπε χθες ο Μάρτιν Ζίλκε, ανακοινώνοντας παράλληλα πως πλέον η τράπεζα δεν προβλέπει αύξηση εσόδων από τις βασικές της δραστηριότητες. Ταυτόχρονα, το εποπτικό συμβούλιο της γερμανικής τράπεζας ενέκρινε τα μέτρα περικοπής δαπανών που είχαν ανακοινωθεί την προηγούμενη εβδομάδα. Η Commerzbank, στην οποία το γερμανικό Δημόσιο κατέχει μερίδιο 15%, δυσκολεύεται εδώ και χρόνια να ξεπεράσει προβλήματα όπως επισφαλή δάνεια, υψηλό κόστος λειτουργίας και πρόστιμα.

Ο απερχόμενος οικονομικός διευθυντής της Commerzbank, Στέφαν Ενγκελς, πρόσθεσε πως η πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ να μειώσει το επιτόκιο καταθέσεων για τράπεζες «δεν θα μας κάνει ευκολότερη τη ζωή» και πως ο μηχανισμός της ΕΚΤ με βάση τον οποίο εξαιρείται περίπου το 40% της πλεονάζουσας ρευστότητας από το επιτόκιο -0,5% που καταβάλλουν οι εμπορικές τράπεζες στην ΕΚΤ δεν πρόκειται να αντισταθμίσει πλήρως το κόστος των αρνητικών επιτοκίων δανεισμού. Σύμφωνα με υπολογισμούς της γερμανικής ένωσης τραπεζών, το αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων κόστισε στις τράπεζες της Ευρωζώνης το 2018 7,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,5 δισ. κατέβαλαν γερμανικές τράπεζες. Ορισμένοι επενδυτές εμφανίστηκαν ανικανοποίητοι από την προσπάθεια της Commerzbank να περιορίσει τις δαπάνες της. Ο Κλάους Νίντινγκ, αντιπρόεδρος της ομάδας λόμπι μετόχων DSW, χαρακτήρισε την προσπάθεια αναδιάρθρωσης της Commerzbank ανεπαρκή. Η τράπεζα μείωνε ήδη το προσωπικό της ώστε να επιστρέψει στην κερδοφορία. Πέρυσι είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον δείκτη εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης DAX του χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης, ενώ φέτος είχε εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις για συγχώνευσή της με την Deutsche Bank, τη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, αλλά τελικά οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε αδιέξοδο.