Όλοι έχουμε βιώσει έναν τουλάχιστον χωρισμό, τον οποίο δεν επιλέξαμε ή ίσως και να μετανιώσαμε. Πονέσαμε, συρθήκαμε στα πατώματα και χάσαμε –έστω και για λίγο– τον εαυτό μας. Ο πόνος, αν και κακός σύμβουλος, δικαιολογεί πολλές συμπεριφορές∙ το κλάμα, τα ανεξέλεγκτα νεύρα, τα ξενύχτια με καψουροτράγουδα, τα άσχημα μεθύσια, ακόμα και τις παροδικές και χωρίς ουσία σχέσεις, σαν ύστατη προσπάθεια να απαλύνουμε την απογοήτευσή μας.

Όλα δεκτά και λογικές συνέπειες ενός φινάλε, που ποτέ δεν είναι εύκολο. Μόνο ένα μην επιτρέψεις στον εαυτό σου, να βρίζεις τον πρώην άνθρωπό σου, γενικά μα πόσο μάλλον ειδικά μπροστά σε άλλους. Κοσμητικά επίθετα πρωταγωνιστούν, συνήθως, αντικαθιστώντας τα προηγούμενα υποκοριστικά, το «μωράκι» και την «αγαπούλα» με τις ανανεωμένες εκδόσεις τους. Η «καριόλα» κι ο «μαλάκας» είναι οι νέες προσφωνήσεις που θα χρησιμοποιείς κάθε που κάνεις αναφορές στο παρελθόν, σε μια μίξη από κατάρες κι αναθεματισμούς, μόλις ο θυμός με σύμβουλο τον εγωισμό αναλάβουν τα ηνία. Σαφώς κι είναι κι αυτό ένα στάδιο στον δρόμο προς την αποδοχή, μπορείς όμως να συγκρατήσεις την οργή σου, να μην τη διοχετεύσεις σε λέξεις που πληγώνουν και σίγουρα οφείλεις να ελέγξεις τα ξεσπάσματά σου μπροστά σε τρίτα πρόσωπα.

Ο λόγος; Όχι ασφαλώς για να μη σε πουν αθυρόστομο –who cares?– ή να μην τους δώσεις την πάσα να λένε πως για να μιλάς έτσι σημαίνει πως σε καίει ακόμα -κάτι που λογικά ισχύει. Απλά εκτίθεσαι ανεπανόρθωτα μιλώντας έτσι για έναν άνθρωπο που μέχρι χθες έλεγες πως αγαπούσες, κι ας μην το συνειδητοποιείς μες στη θολούρα της απόρριψης και της διάψευσης των προσδοκιών σου.

Κι αν, παρ’ όλα αυτά, αποφασίσεις να αρχίσεις τα μονόπλευρα «κατηγορώ» και τις βρισιές παρουσία άλλων, περιόρισε έστω την τάση σου αυτή στον κλειστό φιλικό σου κύκλο, σε ‘κείνους που σε γνωρίζουν καλά, ώστε να προσπαθήσουν να σε καταλάβουν και να σε δικαιολογήσουν ως ένα βαθμό. Το θέμα, όμως, δεν είναι η γνώμη που θα σχηματίσουν οι άλλοι, αλλά πως υποτιμώντας και διαγράφοντας το παρελθόν σου, εκτίθεσαι στον ίδιο σου τον εαυτό.

Βρίζοντας την πρώην σχέση σου, αμέσως ακυρώνεις εσένα, προσβάλλεις το εγώ σου για την κάποτε συνειδητή επιλογή σου. Όποιος σε ακούει να στολίζεις με διάφορα υβριστικά επίθετα το μέχρι πρότινος ταίρι σου, συνοδευόμενα μάλιστα με αναλυτικές περιγραφές για όλα τα ελαττώματά του, αναρωτιέται τι στο διάολο έκανες τόσο καιρό μαζί του. Εφόσον τα αναγνωρίζεις, τα καταμετράς ένα προς ένα και προφανώς δεν τα δέχτηκες, πώς συνέχισες να ‘σαι μαζί του; Από κάπου μπάζει η ιστορία… Ή όντως έπρεπε να έρθει ο χωρισμός, με όλα αυτά που του προσάπτεις ή απλά ακολουθείς την παροιμία «όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια».

Μιλάει ο εγωισμός της ανθρώπινης φύσης μας, ο οποίος δε δέχεται εύκολα την άρνηση, την απόρριψη και την αποτυχία. Επιλέγουμε να εστιάσουμε στα αρνητικά του άλλοτε συντρόφου μας, με σκοπό να τον υποβιβάσουμε στα μάτια μας, μπας κι έτσι ξεπεράσουμε πιο γρήγορα τον χωρισμό. Ως εδώ καλά αλλά γιατί χρειάζεται να τον υποβιβάσεις και στα μάτια των άλλων, τραβώντας μαζί μ’ αυτόν κι εσένα χαμηλά;

Φτιάξε λίστα με όλα τα στραβά κι ανάποδα που θεωρείς ότι έχει και κάτσε να τη διαβάζεις με τις ώρες, μήπως σε βοηθήσει να προχωρήσεις. Άσε, όμως, στην άκρη τη δημόσια έκθεσή τους, γιατί τελικά μόνο εσένα ρίχνεις στα μάτια των άλλων και στα δικά σου. Έβλεπες, δηλαδή, τόσο καιρό πόσο, τάχα, σκάρτα φερόταν κι έμενες;

Υποσυνείδητα μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία πείθεις τον εαυτό σου ότι διάλεξες λάθος. Φαντάσου να γίνεται αυτό σε κάθε χωρισμό και να χτίζεις μέσα σου την ιδέα ότι επιλέγεις διαρκώς ακατάλληλους συντρόφους. Παύεις να εμπιστεύεσαι εσένα, χωρίς να το καταλάβεις, αργά και σταθερά.

Και μέσα σ’ όλον αυτόν τον παραλογισμό, στερείς απ’ τον εαυτό σου μελλοντικά, όταν θα ‘χει ξεθυμάνει η ασχήμια του τέλους, τις όμορφες αναμνήσεις, τα έντονα βλέμματα, τα παθιασμένα φιλιά, τα γέλια, την –έστω κι υποψία– πληρότητας που αγγίξατε μαζί. Μη σου επιτρέψεις να αμαυρώσεις όλες αυτές τις στιγμές με βρισιές και θυμό, όσο άσχημα κι αν εξελίχθηκε το κλείσιμο της αυλαίας σας. Θα ‘ρθει η στιγμή που ο χρόνος θα γλυκάνει τον πόνο και την οργή και τότε τι θα σου έχει μείνει από όλο αυτό, αν εσύ ο ίδιος το έχεις κάψει ολοσχερώς; Μόνο πικρία κι ένα τεράστιο κενό.

Ας μη γελιόμαστε, λοιπόν, την πατήσαμε όχι μία, όχι δύο αλλά αρκετές φορές. Γνωρίζουμε ότι όλα περνούν, με τον χρόνο οδηγό και την υπομονή σύμβουλο. Θα έπρεπε, οπότε, να ‘μαστε σε θέση να το διαχειριστούμε πιο σωστά την κάθε επόμενη φορά, για να διαφυλάξουμε πρωτίστως την αξία μας κι έπειτα της αγάπης που ζήσαμε. Κι όμως, παραφυλάμε μέχρι να σκάσει μύτη η επόμενη «καριόλα» κι ο επόμενος «μαλάκας», με τη σχεδόν βεβαιότητα πως μας φοράνε κι εμάς αυτές τις ταμπέλες κάθε φορά που ένα «για όσο» γίνεται «ως εδώ».