Η μνήμη ορίζει ένα περίπλοκο και παράξενο παιχνίδι. Γνωρίζει στιγμές και κυρίως ανθρώπους που μας στιγμάτισαν πολύ έντονα. Τους κάνει την πρώτη σκέψη σου όταν ξυπνάς. Αυτή που θα σε βασανίζει όσο θα προσπαθείς να κοιμηθείς. Φέρνει στο νου σου άτομα που η θύμησή τους σε κάνει να αισθάνεσαι. Και με έναν τρόπο απόλυτο, καταλαμβάνουν το μυαλό σου. Μα η μνήμη είναι μέσα σ’ όλα τα άλλα κι αλλόκοτη. Κι έτσι, όπως μπορεί να κάνει κάποιον εμμονή σου, εξίσου εύκολα μπορεί να σε κάνει να τον ξεχάσεις.

Ασυνείδητα οι αναμνήσεις ξεκινάν να φθείρονται. Οι καλές στιγμές φεύγουν εύκολα. Απ’ την αρχή ενός άλλου «κάτι», που μας προκαλεί παρόμοια συναισθήματα. Κι οι κακές, εκείνες οι στιγμές που μας καθόρισαν, που μας έκαναν να κλάψουμε, που μας πλήγωσαν και μας γονάτισαν, χάνονται και κρύβονται βαθιά μέσα μας με την πάροδο του χρόνου. Μας έκαναν πιο δυνατούς και μετά από λίγο ή πολύ σταμάτησαν να μας επηρεάζουν.

Και κάπως έτσι ξεχνάμε. Ξεχνάμε ανθρώπους που μπήκαν σαν περαστικοί στη ζωή μας. Είναι πολύ λίγοι εκείνοι που θα μας στιγματίσουν. Και συνήθως αυτοί που το κάνουν αποφασίζουν και να μείνουν. Όμως το ζήτημα του έρωτα είναι τόσο λεπτό που δε γίνεται να ξεχνάς, σωστά; Δε γίνεται να ξεχάσεις έναν άνθρωπο που σε έκανε να βγάλεις την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Να χουχουλιάζεις σαν παιδί μαζί του, με τις πιτζάμες του Mickey Mouse και ταυτόχρονα να απολαμβάνεις κάθε δόση του σώματός του.

Κι όμως, γίνεται. Ακόμα κι ο έρωτας είναι προσωρινός, αίσθημα περιστασιακό. Κι όσο έντονος κι αληθινός κι αν είναι όταν βιώνεται, τόσο εύκολα μπορεί επίσης, κάποια στιγμή, να πεθάνει. Νομίζω όλοι έχουμε βιώσει μια ερωτική απογοήτευση, μια απόρριψη, μια ματαίωση των όσων νιώσαμε. Έχουμε ακούσει κάποιον να μας λέει «Δε σε θέλω» –πια ή γενικά–, «Δεν μπορώ», «Πρέπει να τελειώσει αυτό το “κάτι” ανάμεσά μας, αποφάσισα να κάνω σχέση». Και τότε πόνεσε πολύ. Όμως τώρα που προσπάθησες να τα θυμηθείς, πόσα απ’ αυτά σε πλήγωσαν; Πόση δύναμη έχουν τώρα πάνω σου; Ξεχνάμε, αυτή είναι η αλήθεια. Με ορισμένους μας πήρε περισσότερο, ίσως, χρόνο, αλλά ασυνείδητα έγιναν κι αυτοί ένας σωρό από αναμνήσεις στην πίσω άκρη του μυαλού μας.

Αλλά δε γίνεται να τους ξεχνάμε όλους. Κάποιος από αυτούς θα μας στιγμάτισε. Κι όσο πιο γρήγορα αντιληφθείς πως υπήρξαν άτομα που απλά ήρθαν να σου μάθουν λίγο παραπάνω τον εαυτό σου κι ύστερα να φύγουν, θα νιώσεις καλύτερα. Αν παραδεχθείς πως ο πρώτος έρωτας ήρθε να σου συστήσει το συναίσθημα αυτό κι ο κάθε επόμενος για να σου μάθει με πόσους τρόπους μπορείς να αφεθείς, πόσο μπορείς να προσπαθήσεις για να σχηματίσεις ένα χαμόγελο, πως τίποτα δεν έχει τελειώσει.

Κι ο καθένας τους πρόσφερε κάτι πολύτιμο κι υπήρξε ξεχωριστός. Αλλά έτσι είμαστε, τα νέα συναισθήματα θα σβήνουν πάντα τα παλιά. Ίσως μονάχα με μία εξαίρεση. Κι όχι η εξαίρεση αυτή δεν ονομάζεται «πρώτος έρωτας». Ο πρώτος έρωτας υπήρξε, αλήθεια, μαγικός, επειδή σε έμαθε να δίνεσαι, αλλά ταυτόχρονα σε πλήγωσε όσο κανένας. Σε ‘κανε να φοβάσαι, να δειλιάζεις στην ιδέα του να ξαναδοθείς. Να ταυτίσεις το συναίσθημα με την απογοήτευση, να το περιφρονήσεις για να σε προστατεύσεις, να αρνηθείς να νιώσεις.

Μέχρι που μια μέρα, απ’ το πουθενά, ήρθε αυτός ο άνθρωπος που δε θα ξεχάσεις ποτέ. Επειδή μπορεί, στο τέλος, να μη σε δέχτηκε, μπορεί να σου άνοιξε πληγές, αλλά μονάχα κέρδισες από αυτόν. Επειδή σου έδειξε πως έχεις να δώσεις. Πως μπορείς να αφεθείς ξανά σαν παιδί. Πως μπορείς να προσφέρεις ξανά την αγκαλιά σου, πως μπορείς να ερωτευτείς ξανά, να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Ανεξαρτήτως κατάληξης, σου απέδειξε πως η ζωή συνεχίζεται, πως δε σταματά σ’ έναν έρωτα.

Και σε έκανε να δώσεις. Να δώσεις, ανιδιοτελώς αυτή τη φορά, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα. Κι αυτή ήταν η πιο ανακουφιστική συνειδητοποίηση, πως σημασία έχει το δόσιμό σου να γεμίζει εσένα, να μην το νιώθεις σκόρπισμα. Γιατί σίγουρα κι ο άλλος απόλαυσε τις εκπλήξεις που του έκανες, τα μικρά δωράκια, τα ραβασάκια και το άφημά σου στην αγκαλιά του, αλλά εσύ τα απόλαυσες ακόμα περισσότερο. Επειδή εξαιτίας του βρήκες εκείνη τη χαμένη πλευρά του εαυτού σου, που δε φοβάται να νιώσει. Και γι’ αυτό δε θα τον ξεχάσεις ποτέ.

Γιατί ακόμα κι αν σε πλήγωσε, σε βοήθησε. Σε οδήγησε να βρεις τον εαυτό σου. Αυτόν που δίνει σαν μικρό παιδί, που αφήνεται σαν έφηβος. Θα ήθελες να σε είχε δεχτεί ο ίδιος, αλλά ακόμα κι αν δεν το έκανε, σε βοήθησε να προσφέρεις τον εαυτό σου στον επόμενο. Είναι με λίγα λόγια το άτομο που σε έκανε να σε αποδεχτείς. Αυτόν τον έρωτα δεν τον ξεχνάς, λοιπόν.

Δε σε ξεχνώ, μωρό μου. Επειδή με έκανες να νιώσω. Κι ίσως να μη με δέχτηκες. Αλλά το ότι ένιωσα είναι αρκετό για να σε θυμάμαι. Επειδή μου έβγαλες αυτήν την αθώα κι ωραία πλευρά μου, που προσφέρει χωρίς να περιμένει κάτι. Πέρα απ’ το ωραίο σου χαμόγελο, την πονηρή σου σκέψη και το απολαυστικό σου άρωμα, μου θύμισες πώς είναι να ερωτεύεσαι, σαν να μην πληγώθηκες ποτέ.