«Και τι θα πει ο κόσμος;». Ας το λύσουμε εδώ και τώρα, ας τελειώσουμε με αυτή τη συζήτηση μια και καλή. Μπορεί να μου εξηγήσει κανείς ποιος είναι «ο κόσμος» ακριβώς; Σε ποια ομάδα ατόμων αναφερόμαστε όταν λέμε, έτσι γενικά κι αόριστα, για τον «κόσμο» που θα μας δει, που θα μας ακούσει και δεν πρέπει; Από ποιους φυλαγόμαστε μια ζωή, προσπαθώντας να αποφύγουμε να μας πιάσουν στο στόμα τους γιατί καταστραφήκαμε; Θέλω ορισμό για το ποιος είναι ο «κόσμος» και τον θέλω τώρα. Αργήσαμε να κάνουμε τη συζήτηση αυτή κι όσο την αφήνουμε τόσο γιγαντώνει, εξαπλώνεται στις ζωές τις δικές μας και των παιδιών μας, ας το μιλήσουμε το θέμα αυτό, ας μην το αφήσουμε στο σκοτάδι να κάνει πάρτι.

Δε θέλω απλώς τον ορισμό, τον χρειάζομαι! Τον χρειάζομαι απλούστατα για να κατανοήσω με βάσει ποιών τη γνώμη, έχω ζήσει τη ζωή μου. Κι ας μην είναι πολύ ζωή κι ας είναι 31 χρόνια μέχρι στιγμής, χρειάζομαι τον ορισμό για να μην ξοδέψω ακόμη τόσα. Αυτή η ενοχή, το τι θα πουν οι άλλοι, πώς θα νιώσουν, έχει βαθιές ρίζες μέσα μας γιατί έχει εμποτίσει το μεγάλωμά μας.

«Χαμήλωσε λίγο τη φωνή σου, δε θέλω να μας ακούνε οι γείτονες». Και πάλι απ’ την αρχή, σαν το καρουζέλ που ενώ είναι παιχνίδι, γυρίζει και γυρίζει ασταμάτητα, μέχρι να σε τρελάνει η επανάληψη, μέχρι να θέλεις να τρέξεις μακριά από τους «άλλους». Αλλά, είναι παντού, γιατί είναι κυρίως μέσα σου.  Η γιαγιά σου, η μάνα σου, ο πατέρας σου μεγάλωσαν με τους «άλλους» παρέα κι έτσι φρόντισαν να μεγαλώσεις κι εσύ μαζί τους. Και κάθε φορά που ένιωθες ικανοποίηση ότι κατάφερες να σπάσεις το καλούπι, ότι έγινες αντάρτης και σήκωσες μπαϊράκι, τόση πιο πολλή ενοχή ένιωθες γιατί τέτοια αναρχία δεν την επικροτούν οι «άλλοι». Επαινούν αυτό που θεωρούν φρόνιμο, ορθολογιστικό, αυτό που έμαθαν τόσα χρόνια. Τι είναι όμως φρόνιμο, τι είναι ορθολογιστικό;

Ήμουν τις προάλλες σε ένα standup comedy κι ήταν διαφορετικό γιατί δε μας είπε αυτά που ακούμε συνήθως, μας είπε κάτι άλλο, από αυτά που δεν είναι βολικά. Αλλά ακριβώς σε αυτό το άλλο που άκουσα δε χειροκρότησα, έσφιξα λίγο τα δόντια και το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στον κόσμο που καθόταν γύρω. Ήθελα να δω αντιδράσεις, ήθελα να ξέρω αν έπρεπε να χειροκροτήσω ή αν οι «άλλοι» εισέπραξαν τη σάτιρα ως προσβολή. Οι παλάμες μου αυθόρμητα έψαξαν η μια την άλλη, αλλά σταμάτησαν πριν ακουμπήσουν, γιατί αναζήτησαν γύρω για άδεια, για αποδοχή να κάνουν αυτό που αυθόρμητα τους βγήκε. Γιατί αν εγώ χειροκροτούσα με κάτι που άλλοι θεωρούσαν προσβλητικό κι η σιωπή στο χώρο έσπαγε εξαιτίας μου, τι θα έλεγαν οι φίλοι μου, οι «άλλοι»; Όταν στο τέλος του σόου, ρωτήθηκα πως το βρήκα απάντησα, «εμένα μου άρεσε αλλά δεν είμαι σίγουρη αν οι άλλοι ακολούθησαν το συνειρμό σου, αν το βρήκαν αστείο, αν το κατάλαβαν». Κι η απάντηση που έλαβα ήταν: «Μα δε ρώτησα τους άλλους, εσύ πώς το βρήκες;». Κι εκεί μου ‘ρθε φλασκιά. Τόσο πολύ φοβάμαι για το πώς θα αντιδράσει ο κόσμος;

Κι ήταν απλά ένα standup comedy, ένα σόου που σου προκαλεί γέλιο κι ευφορία, κατά κύριο λόγο. Τολμάς να ξεψαχνίσεις τη ζωή σου, στιγμή στιγμή, να δεις πόσο σε επηρέασε η γνώμη των «άλλων» σε πιο σοβαρά θέματα; Εγώ τρέμω να το κάνω, αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου. «Μα δε ρώτησα τους άλλους, εσύ πώς το βρήκες;», γροθιά στο στομάχι, την ένιωσες; Ντράπηκα, που δεν έδωσα χειροκρότημα όταν ήθελα. Μα πιο πολύ ντράπηκα στη συνειδητοποίηση όλων των πραγμάτων που δεν έγιναν ή που έφεραν μαζί τους μεγάλη ενοχή εξαιτίας των «άλλων».

Τελικά, εσύ κατάλαβες ποιοι είναι οι «άλλοι»; Δεν είναι συζήτηση που κλείνει εδώ αυτή, έτσι δεν είναι; Όχι, δεν κλείνει εδώ αλλά κάναμε την αρχή κι η αρχή είναι πάντα το ήμισυ του παντός. Άσε λίγο τη φράση «τι θα πουν οι άλλοι;» να αντηχήσει καλά μέσα σου, να περιπλανηθεί, να γδάρει λίγο τα σωθικά σου, ανάπνευσέ την μπας κι αποκαλύψει λίγο τον εαυτό της. Κι αν εσύ βρεθείς πιο κοντά στην απάντηση, μοιράσου τη μαζί μας, μπας και καταλάβουμε ποιοι είναι οι άλλοι επιτέλους.