ΣΠόσο ωραίο να τελειώνει μια συζήτηση μ’ ένα «έχεις δίκιο». Αρέσει σε όλους μας να το ακούμε συχνά, αλλά ιδιαίτερα σπάνια να το λέμε. Μα και τις φορές που το λέμε, δεν το εννοούμε πάντα. Ξεκινάμε συζητήσεις τις οποίες δεν είμαστε ικανοί να ολοκληρώσουμε, κουραζόμαστε όταν υπάρχουν αντίθετες απόψεις και βαριόμαστε να εξηγήσουμε στο πρόσωπο που έχουμε απέναντί μας τι πραγματικά θέλουμε να πούμε.

Η επικοινωνία βασίζεται στην ομιλία αλλά και στην έκφραση ιδεών και συναισθημάτων. Βασίζεται επίσης στον σεβασμό και στη διάθεση που έχουμε προς τον συνομιλητή μας. «Έχεις δίκιο»: δύο λέξεις μόνο, που όμως σε φέρνουν στη δεύτερη θέση. Οι άνθρωποι απ’ τη φύση μας θέλουμε να τα γνωρίζουμε όλα, απαιτούμε να ‘μαστε σωστοί, είμαστε εγωιστές. Όταν, λοιπόν, αναγκαζόμαστε και ξεστομίζουμε μια φράση σαν κι αυτή, βάζουμε το εγώ μας πίσω κι αναγνωρίζουμε για λίγο την ορθότητα των ισχυρισμών του άλλου.

Καλώς ή κακώς, πολλοί το θεωρούμε υποτιμητικό να παραδεχτούμε ότι κάναμε λάθος ή πιστεύουμε πως μας προσβάλλει το να αναγνωρίζουμε αντίθετα επιχειρήματα, πόσο μάλλον να στηρίζουμε μια άποψη διαφορετική απ’ τη δική μας. Προσπαθούμε σκληρά για να μην αναγκαστούμε να βρεθούμε σ’ αυτή τη θέση κι ακόμα κι αν βρεθούμε, δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να το δείξει, καταλήγοντας να  γινόμαστε αγενείς ή έστω διπλωμάτες, αλλάζοντας συζήτηση.

Αφού, λοιπόν, έχει τόσο μεγάλη σημασία αυτή η φράση, γιατί τη χρησιμοποιούμε αρκετά συχνά; Γιατί δεχόμαστε να ‘μαστε λάθος; Ή μήπως δεν το κάνουμε; Μάλλον αυτό είναι. Το λέμε, αλλά δεν το πιστεύουμε. Για παράδειγμα, όταν κάποιος μας μιλάει και βαριόμαστε να ακούσουμε τις φλυαρίες του, είτε γιατί κάνουμε κάτι άλλο παράλληλα είτε επειδή απλά δεν έχουμε όρεξη για πολλές κουβέντες, γνέφουμε ξεστομίζοντας ένα «έχεις δίκιο». Ούτε τσακωμοί ούτε φωνές κι είναι κι οι δύο πλευρές ευχαριστημένες.

Υπάρχει, βέβαια, κι η άλλη περίπτωση, όπου κι οι δύο πλευρές είναι πολύ σίγουρες για την άποψή τους και την υποστηρίζουν μέχρι τέλους. Εκεί που αγριεύουν τα πράγματα, που κανένας δεν υποχωρεί, που αρχίζουν οι προσβολές κι οι τόνοι ανεβαίνουν, θα ‘ρθει η στιγμή που ένας απ’ τους δύο θα κουραστεί και με ειρωνικό βλέμμα που συνοδεύεται από ένα σαρκαστικό χαμόγελο θα πει «δίκιο έχεις», χωρίς βέβαια να το εννοεί. Ο εγωισμός του δεν υποχωρεί, απλά στα δικά του τα μάτια πιστεύει πως έτσι μπορεί να προσβάλλει επιπλέον τον άλλον, να το παίξει υπεράνω και ταυτοχρόνως να φανεί ότι του κάνει χάρη. Οι άνθρωποι λέμε πολλά πράγματα δίχως να τα εννοούμε, απλά και μόνο για να γλυτώσουμε χρόνο και να δειχτούμε με οποιονδήποτε τρόπο.

Το χειρότερο, όμως, είναι όταν το λέμε γιατί πράγματα το πιστεύουμε κι αναγνωρίζουμε μέσα μας πως ο άλλος έχει δίκιο, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τη δική μας λανθασμένη αντίληψη ή συμπεριφορά. Φυσικά, δε βάζουμε τον εαυτό μας σε αυτή τη θέση. Γιατί να κουραζόμαστε; Γιατί να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι και να διορθωθούμε; Γιατί να σεβαστούμε το άτομο που έχουμε μπροστά μας και να τηρήσουμε κάτι το οποίο όχι μόνο λέμε, αλλά κι αισθανόμαστε; Όχι, δεν το κάνουμε, ακόμα κι αν είναι ο σημαντικότερος για μας άνθρωπος.

Ενώ παραδεχόμαστε το λάθος μας, δεν έχουμε την αντοχή και τη θέληση να παλέψουμε για μια σχέση, για μια υπόσχεση. Πετάμε ένα ξερό «έχεις δίκιο» με τάχα μετανιωμένο βλέμμα και την επόμενη μέρα το ‘χουμε ξεχάσει. Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι, ξεχνάνε και κρατάνε μόνο όσα τους συμφέρουν να θυμούνται. Προσβάλλουν με την κάλυψη μιας δήθεν ευγένειας και θεωρούνται ειλικρινείς. Αδιαφορούν για μερικά θέματα κι αντί να πουν ευθέως μια άποψη ή έστω ότι δε νοιάζονται, λένε εύκολα τη γνωστή μας φράση για να φανούν καλοί. Ίσως το κάνουμε γιατί πέρα απ’ τον εγωισμό, που έχουμε συχνά για οδηγό, υπάρχει και κάτι που τον ξεπερνάει. Είναι η υπέρμετρη λατρεία του εαυτού μας, ο ναρκισσισμός μας κι η ανάγκη να ‘μαστε ήσυχοι, δίχως ανούσιες εντάσεις.

Είναι, άραγε, μόνο αυτό; Είμαστε στο σύνολό μας τόσο παρτάκηδες ή υπάρχουν κι εξαιρέσεις; Και αν ναι, πότε τις κάνουμε και για ποιους; Όταν υπάρχουν συναισθήματα, είναι μια πιθανή απάντηση. Κι αυτό γιατί μόνο τότε ερχόμαστε κοντά με κάποιον και τον βάζουμε πάνω από μας. Είναι εκείνες οι φορές που ο εγωισμός μας νικιέται απ’ το ενδιαφέρον προς τους άλλους. Είναι από εκείνες τις φορές που η ανταγωνιστική φύση μας δίνει το τιμόνι στην ανιδιοτελή αγάπη που τρέφουμε για κάποιον. Και τότε, χωρίς να ‘ναι απαραίτητα σωστό, κάνουμε το ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι στις προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτή τη φορά μειώνουμε εμάς, υποχωρούμε χωρίς να ‘ναι αναγκαίο, απλά και μόνο για να μην πληγώσουμε τα συναισθήματα του άλλου.

Μυστήρια πλάσματα οι άνθρωποι είμαστε. Άλλοτε βρυχόμαστε σαν λιοντάρια κι άλλοτε ζαρώνουμε στη γωνιά μας σαν κουτάβια. Κανένα άκρο δεν είναι σίγουρα ιδανικό, μα και ποιος ορίζει τι είναι;