Μπέσα∙ μία τόσο μικρή λέξη, που οι συνώνυμές της δεν μπορούν να την αντιπροσωπεύσουν. Τόση περιεκτικότητα κι ένα τόσο τεράστιο νόημα μέσα σε πέντε μόλις γράμματα. Είναι σαν η ανθρωπιά σε συνδυασμό με τη μαγκιά να έφτιαξαν αυτή τη λέξη.

Μάγκας είναι ο άνθρωπος που έχει την μπέσα κομπολόι και την κουβαλάει πάντα μαζί του, όσο μπορεί, όσο αντέχει και για όσο. Μάγκας είναι κι αυτός που χάνει την μπέσα του κάποτε, φτάνει ο λόγος που την χάνει να αξίζει τον κόπο. Εξάλλου, η μπέσα του καθενός προσδιορίζεται απ’ τους λόγους που την χάνει, που του φεύγει. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, οι λόγοι που την χάνουμε να αξίζουν τον κόπο.

«Μπέσα» λέμε κι εννοούμε αυτόν που η ψυχή του στέκεται ψηλά κι ας κάθεται στο πάτωμα ο ίδιος. Με λίγα λόγια τον άνθρωπο τον ξηγημένο, τον έντιμο.

Ας μιλήσουμε για μπέσα, λοιπόν. Ας πούμε αρχικά τι δεν είναι, μήπως έτσι καταλάβουμε τι είναι. Μπέσα δεν είναι η στρεβλή μας πραγματικότητα, ούτε τα μασημένα διφορούμενα λόγια που ξεστομίζουμε καθημερινά. Μπέσα δεν είναι η εικόνα αλλά το χρώμα που έχεις βάλει σε αυτήν την εικόνα, ζωγραφίζοντας κάθε πινελιά με την ψυχή σου.

Μπέσα δεν είναι να κρυβόμαστε πίσω από διάφορα λόγια, ούτε το ψέμα που μας βγάζει από δύσκολες καταστάσεις. Η μπέσα συνήθως μας βάζει στις δύσκολες καταστάσεις λόγω της άκαμπτης γραμμής που ακολουθεί, κι αυτή είναι κι η μαγκιά αυτού που μπορεί να την κουβαλά.

Ας πούμε ότι το αντίθετο της μπέσας είναι η δειλία. Η δειλία να σταθώ, να αντικρίσω και να δείξω την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι, χωρίς να παραμυθιάζω και να παραμυθιάζομαι. Ο φόβος να παρουσιάσω την πραγματικότητα ως έχει είναι δειλία και θέλει γερά δόντια για κάποιον να την υπερβεί. Εξάλλου, άνθρωποι είμαστε, κι αυτό από μόνο του είναι ένα καθαρό ελαφρυντικό.

Ας φροντίσουμε, λοιπόν, ως άνθρωποι να κρατάμε την ανθρωπιά μας σαν ελάχιστη καταβολή μας σ’ αυτό το αστείο που λέγεται «ζωή», για όσο μπορούμε κι αντέχουμε.

Μπέσα με τους άλλους αλλά πάνω απ’ όλα με τον εαυτό μας. Μπέσα είναι η δύναμη να μπορείς να φτύσεις το χόρτο που σε ταΐζουν μασημένο ή αμάσητο. Η δύναμη του μπορώ και θέλω να ‘μαι αυτό που είμαι και να κάνω αυτό που κάνω, χωρίς να κρύβομαι, χωρίς να ψεύδομαι, χωρίς να κοροϊδεύω, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μου για όποιες συνέπειες, γιατί το «είναι» μου θα ‘χει μπέσα όταν καταφέρω η ανθρωπιά που κρύβω μέσα μου να υπερβεί όλα αυτά που με κάνουν να δειλιάζω απέναντι στην ευθύνη.

Μπέσα δεν έχει σίγουρα ο άνθρωπος ονομαζόμενος «φτερό στον άνεμο», που δηλώνει ευαίσθητος από όλες του τις πλευρές, αλλά η ευαισθησία του αρκείται στα μάτια του κόσμου, μόνος του ξεχνιέται. Είναι σαν να προσπαθούμε να δείξουμε την ευαισθησία μας περιμένοντας τον κόσμο να ‘ναι επιεικής μαζί μας, ούτως ώστε απενοχοποιηθούμε απ’ τα διάφορα που μας βαραίνουν. Μπέσα είναι η αυθεντικότητα, η ανάληψη ευθύνης χωρίς την προσπάθεια να μεταφέρω την ευθύνη μου αλλού για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Όλοι καλοί είμαστε σ’ αυτά.

Η λέξη «μπέσα» προϋποθέτει έναν προσδιορισμένο εαυτό και μια υπέρμετρη ανθρωπιά, έναν εαυτό αποδεχόμενο όλες τις πλευρές του -καλές ή όχι. Άλλωστε, όλοι έχουμε λίγο-πολύ ένα μαύρο κομμάτι μέσα μας, κι αυτό είναι εντάξει.

Μπέσα έχει ο άνθρωπος που παλεύει με νύχια και με δόντια να επιβιώσει παρ’ όλες τις δύσκολες συνθήκες, και δε φοβάται, ούτε ντρέπεται, να πέσει σε δουλειές του ποδαριού, μην τυχόν κι εκτεθεί, σχολιαστεί κι επικριθεί. Μπέσα είχαν οι παππούδες μας που ήξεραν να τιμούν τις γιαγιάδες μας χωρίς φωνές και παιχνιδάκια. Μπέσα είχαν κι οι γιαγιάδες μας που ήξεραν να τιμούν και να στέκονται βράχοι στα δύσκολα με πίστη κι αφοσίωση. Μπέσα έχουν όλοι όσοι ονειρεύονται, αγαπάνε και μετράνε σωστά την αλήθεια των άλλων και τη δική τους.

Συνοπτικά, το «είναι» του ανθρώπου σε τάξη.

Μπέσα λοιπόν, μια ιστορία για άλλους. Μία λέξη που όπως την πάμε δε θα πάει και πολύ.

Εσύ, από μπέσα πώς πας;