Η καθημερινότητά μας περιτριγυρίζεται από κόσμο. Ανθρώπους δικούς μας που μας ξέρουν και τους ξέρουμε κι άλλους που δεν ξέρουν ούτε το όνομά μας. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων ή απλοί περαστικοί. Ορισμένοι μας έχουν ζήσει, έχουν μια εικόνα για μας, όχι απαραίτητα λεπτομερή, αλλά έχουν δει τον χαρακτήρα μας. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που μας κοιτούν από μακριά, που έχουν δει μονάχα μία πτυχή μας ή και καμιά και χωρίς να μας ξέρουν δημιουργούν μια δική τους εικόνα για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά μας.

Κι ύστερα εκείνοι μιλούν, ακόμα κι αν δεν ισχύει λέξη απ’ όσα σκορπούν, κι έρχονται στιγμές που στα αφτιά μας θα φτάσουν πράγματα για εμάς που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε, αφού τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι αλήθεια, αφήνοντάς μας άφωνους ενώ παράλληλα θέλουμε να ουρλιάξουμε «Όχι, δεν είμαι εγώ αυτός/αυτή».

Όλη αυτή την κριτική και την παραφιλολογία την ονομάζουμε κουτσομπολιό ή απλά κακία. Σχολιασμοί κακεντρεχείς και φήμες παραφουσκωμένες. Κάποτε μπορεί να ‘ναι διασκεδαστικό, να γεμίσει τη ζωή σου με περισσότερη πλοκή και να γελάς με τις ιστορίες που πλάθουν και τη φαντασία τους. Άλλοτε, όμως, μπορεί να σου δημιουργήσει προβλήματα, σε βαθμό που να σε κάνουν να θες να αλλάξεις ακόμα και γειτονιά. Όχι επειδή ισχύουν όσα λένε, αλλά επειδή δεν αντέχεις να προσπαθείς να αποδείξεις σε όλους ότι τίποτα από αυτά που ακούγονται για ‘σένα δεν ισχύουν. Είναι εξουθενωτικό να πρέπει να πείσεις πως δεν είσαι ελέφαντας.

Και τα άσχημα για εσένα θα τα ακούσεις από οπουδήποτε, χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Θα σε κακολογήσει ο κλασικός γείτονας που έχει μια τάση να ασχολείται με το τι ώρα γυρνάς σπίτι σου και ποιος μπαινοβγαίνει απ’ την πόρτα σου, εκείνη η κυρία που πρώτη φορά είδες στο σούπερ μάρκετ, ο συνάδελφος που αισθάνεται πως απειλείται, ο τύπος που απέρριψες. Θα διασπείρει φήμες σε κοινούς κύκλους ή μέσω διαδικτύου. Όποιος θέλει να λερώσει την εικόνα σου και να σε πληγώσει προσβάλλοντάς σε θα βρει τρόπο να το πετύχει.

Θα πουν, λοιπόν, πολλά κι αν και τίποτα απ’ αυτά δε θα μπορούν να αποδείξουν πως είναι αλήθεια, θα βρουν υποστηρικτές των χαιρέκακων σχολιασμών τους. Γιατί τα λόγια είναι εύκολα, ταξιδεύουν και δε νοιάζονται για το από πού ξεκίνησαν και κατά πόσο αληθεύουν. Κι οι λέξεις τους θα δημιουργήσουν μια εικόνα που δεν είσαι εσύ αλλά ένας άλλος και θα σε κάνουν αναρωτιέσαι πού τα σκέφτηκαν όλα αυτά και πότε τα ‘κανες εσύ όσα σου προσάπτουν. «Ποτέ βγήκα με εκείνον τον άντρα/γυναίκα, αφού είμαι πιστός/πίστη στη σχέση μου;», «Ποτέ με είδαν σε κρυφό ραντεβού σε εκείνο το μπαρ;», «Ποτέ με άκουσαν να προσβάλω τον υπάλληλό μου με χυδαίο λεξιλόγιο, όταν εγώ είμαι εχθρός της ασεβείας;». Και τα τέρατα συνεχίζονται και για ακόμη πιο ευαίσθητα θέματα, που αφορούν οικογένειες, παιδιά ή ασθένειες. Να ακούς τέτοιες συκοφαντίες για εσένα και να απορείς με την κακία και το θράσος ορισμένων.

Κι από διακριτικότητα φυσικά μηδέν. Περνάς δίπλα από αυτούς που σε συζητάνε αρνητικά, χωρίς καν να σε ξέρουν, κι αντί να ντραπούν, εξακολουθούν να ψιθυρίζουν διάφορα και να σε δείχνουν κιόλας. Ένα άσχημο βουητό, μια μουρμούρα. Άνθρωποι άγνωστοι που σκοπός τους είναι να δηλητηριάζουν τις ζωές άλλων, μήπως έτσι γλυκάνουν τη δική τους. Κι είναι ανώφελο να ασχοληθείς μαζί τους, μάταιο, χαράμισμα του χρόνου και της ενέργειάς σου. Πού να εξηγείς τι.

Ναι, ακόμη κι η αρνητική διαφήμιση παραμένει διαφήμιση, μα είναι λογικό κάποτε να νιώθουμε αδικημένοι. Να αισθανόμαστε άβολα για πράγματα που δεν έχουμε κάνει. Ανεπιθύμητοι σε μια ομάδα ή σε μια γειτονιά. Η ψυχολογία μας πέφτει, το ίδιο κι η αυτοπεποίθησή μας ενώ αμφισβητούμε την αξία μας. Αξίζει, όμως, να τους κάνουμε τη χάρη;

Ξέρουμε ποιοι ήμαστε. Ξέρουμε τι κάνουμε στη ζωή μας. Ξέρουμε την εικόνα που δίνουμε τόσο στους δικούς μας ανθρώπους όσο και στους ξένους που δε μας αντιμετώπισαν προκατειλημμένα. Δε θα αλλάξουμε για κανέναν. Το κουτσομπολιό εκθέτει εκείνον που –είτε λόγω ζήλιας είτε κόμπλεξ και προσωπικού συμφέροντος– το διασπείρει, όχι το πρόσωπο που αφορά.

Ας πουν όσα θέλουν, τίποτα απ’ αυτά δε θα μας σταματήσει απ’ το να ‘μαστε ο εαυτός μας. Τίποτε δε θα μας κάνει να παραιτηθούμε απ’ τη ζωή και τα όνειρά μας, ούτε θα φτάσουμε στα άκρα για να αποδείξουμε κάτι παραπάνω, μήπως και τους κλείσουμε το στόμα. Πάντα θα ‘χουν κάτι να πουν. Γι’ αυτό θα συνεχίσουμε να χαμογελάμε, να ‘μαστε ευγενικοί ακόμα και με τους εχθρούς μας και να περπατάμε με το κεφάλι ψηλά. Για να ‘μαστε εμείς καλά!